ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η ακτινογραφία της παγκόσμιας εκπαίδευσης

Πόσα δαπανούν για την εκπαίδευση οι ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες; Ποιο είναι το μορφωτικό επίπεδο των λαών; Ποια είναι η σχέση των εκπαιδευτικών συστημάτων με την αγορά εργασίας; Ποια είναι τα ιδιωτικά κονδύλια για τα σχολεία και κυρίως τα πανεπιστήμια; Ποιοι είναι οι καλύτεροι και ποιοι οι χειρότεροι μαθητές στον κόσμο; Τι μαθαίνουν σήμερα οι νέοι; Ποιοι είναι οι πιο καλοπληρωμένοι; Οι απόφοιτοι Πανεπιστημίου, οι απόφοιτοι Λυκείου ή εκείνοι με λιγότερη μόρφωση; Πόσο η μόρφωση συμβάλλει στη μείωση της ανεργίας; Σε αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα απαντούν οι Δείκτες 2001 του ΟΟΣΑ για την Παιδεία, η πληρέστερη ώς σήμερα έκδοση της σειράς αυτής. Τα τελευταία 13 χρόνια ο ΟΟΣΑ έχει δημοσιεύσει αρκετές αντίστοιχες μελέτες, όμως η φετινή είναι η πλουσιότερη σε στοιχεία και συμμετοχές χωρών, αφού εκθέτει δεδομένα μιας ολόκληρης δεκαετίας από 48 χώρες καλύπτοντας περισσότερο από τα 2/3 του παγκόσμιου πληθυσμού.

Ετσι η παρουσίαση και η ανάλυση όλων των εκπαιδευτικών δεδομένων μιας χώρας αποκτά άλλη διάσταση μέσα σε ένα πλαίσιο σύγκρισης με άλλες χώρες, σε μια εποχή, μάλιστα, που όλοι ζητούν εναγωνίως να μάθουν πώς χειρίζονται οι άλλοι τα εκπαιδευτικά τους πράγματα και ποιο θα είναι το μέλλον του σχολείου στη σημερινή κοινωνία της γνώσης. Οι 31 δείκτες που περιλαμβάνονται στη φετινή έκθεση σκιαγραφούν τις αλλαγές στα εκπαιδευτικά πράγματα των λαών, καταγράφουν τα συν και τα πλην των εκπαιδευτικών πολιτικών, σχολιάζουν τις εξώφθαλμες διαφορές ανάμεσα στα συστήματα αλλά και τις εκπαιδευτικές ανισότητες μέσα σ’ αυτά.

Στην Ελλάδα

Η Ελλάδα, σχεδόν σε όλους τους τομείς, βρίσκεται στα χαμηλότερα επίπεδα του πολιτισμένου κόσμου (ξοδεύουμε λίγα για την Παιδεία, δεν είμαστε εν γένει μορφωμένος λαός, έχουμε κακοπληρωμένους καθηγητές, δεν έχουμε υψηλές επιδόσεις, δεν συνδυάζουμε τις σπουδές με τη δουλειά), αν και υπάρχουν και χειρότερα (οι τριτοκοσμικές χώρες).

Ομως το μεγάλο θετικό, το οποίο καταγράφεται για πρώτη φορά με τόση σαφήνεια, είναι οι πρώτοι καρποί της προσπάθειας που κάνει η χώρα μας για βελτίωση. Η αλματώδης αύξηση του μορφωτικού επιπέδου των νέων, η ραγδαία αύξηση του προσδόκιμου χρόνου σπουδών, η αύξηση του ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης ακριβώς λόγω της ανόδου του μορφωτικού μας επιπέδου. Είναι νόμος: η μόρφωση φέρνει ανάπτυξη.

Βέβαια έχουμε και τις γνωστές -αρνητικές- ιδιαιτερότητες (οι μετρίως μορφωμένοι δεν χάνουν σε χρόνο απασχόλησης -κάτι που δεν συμβαίνει πουθενά αλλού βαίνει αυξανόμενο το ποσοστό των ανέργων νέων πτυχιούχων- κάτι που επίσης δεν συμβαίνει πουθενά αλλού). Αξίζει πάντως να αναφέρουμε ότι την πίκρα μας για την κακή μας κατάσταση -σε μερικούς τομείς- απαλύνει αρκετά η διαπίστωση ότι και οι πιο προοδευμένες των χωρών δεν εμφανίζουν -σε ορισμένες παραμέτρους- πολύ καλύτερη εικόνα από εμάς…

Οι διεθνείς δείκτες επί τροχάδην

Σε πολλές χώρες τα συμπεράσματα για την εκπαιδευτική τους κατάσταση είναι απογοητευτικά. Ομως υπάρχουν και κάποια «καλά νέα» (αύξηση των δαπανών, αύξηση του μορφωτικού επιπέδου, αύξηση της ζήτησης για παιδεία, αύξηση της επίδρασης της μόρφωσης στην εργασία) που εξισορροπούν τη γενική κακή εικόνα. Εμείς έχουμε κάποια τέτοια «καλά νέα».

-Οταν ο λαός μορφώνεται η οικονομική ανάπτυξη επιταχύνεται. Αυτό παρατηρήθηκε σε όλες τις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ. Πιο έντονα όμως στη χώρα μας, στην Ιρλανδία, στην Ιταλία και στην Ισπανία, όπου η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου εκτιμάται να έφερε αύξηση της τάξης περίπου του 1% στον μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης.

– Η υπολογιζόμενη διάρκεια σπουδών αυξήθηκε γοργά μεταξύ 1995 και 1999 σε 18 από 20 χώρες του ΟΟΣΑ. Η χώρα μας πρωτοστατεί σ’ αυτή την αύξηση. Ελλάδα, Φινλανδία, Ουγγαρία, Κορέα, Πολωνία και Τουρκία αύξησαν τον προσδόκιμο χρόνο σπουδών κατά ένα χρόνο και πλέον, σε σχέση με το 1995.

– Ολο και μεγαλώνει το ποσοστό του πληθυσμού που συμμετέχει στις εκπαιδευτικές διαδικασίες, από τις πολύ μικρές ηλικίες έως τις μεγάλες. Για παράδειγμα, τα παιδιά 3-4 ετών που πηγαίνουν σχολείο ξεπερνούν το 90% σε Βέλγιο, Γαλλία, Ισλανδία, Ιταλία και Ισπανία. Στην Ελλάδα τα τετράχρονα παιδιά πηγαίνουν σχολείο σε ποσοστό 55%.

– Με εξαίρεση τον Καναδά, τη Γαλλία και τη Γερμανία, ο αριθμός των φοιτητών αυξήθηκε από το 1995 σε όλες τις όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ (και στην Ελλάδα, βεβαίως) σε ποσοστό μεγαλύτερο του 15%. Μάλιστα στη Ουγγαρία, την Κορέα και την Πολωνία το ποσοστό αυτό κυμάνθηκε μεταξύ 40% και 84%. Κατά μέσο όρο, ένας 17χρονος στις χώρες του ΟΟΣΑ αναμένεται να παρακολουθήσει τουλάχιστον 2,5 έτη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

– Κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ, οι 4 στους 10 αποφοίτους Λυκείου πηγαίνουν στο Πανεπιστήμιο. Η ανάλογία αυτή ανεβαίνει στο 1 προς 2 σε Φινλανδία, Ουγγαρία, Ισλανδία, Ολλανδία, Νέα Ζηλανδία, Νορβηγία, Πολωνία και Σουηδία. Ομως, στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ, η πλειονότητα των παιδιών που τελειώνουν το Λύκειο ακολουθούν επαγγελματική εκπαίδευση.Το ποσοστό αυτό ξεπερνάει το 60% σε Βέλγιο, Τσεχία, Ιταλία, Πολωνία, Σλοβακία και Μεγάλη Βρετανία.

– Οι χώρες με υψηλό μορφωτικό επίπεδο ενηλίκων έχουν μικρότερες ανισότητες στις επιδόσεις (Δανία, Φινλανδία, Γερμανία, Ολλανδία, Νορβηγία, Σουηδία). Αλλά υπάρχουν και χώρες, όπως ο Καναδάς, όπου η ψαλίδα στις επιδόσεις είναι πολύ μεγάλη παρά το πολύ υψηλό μορφωτικό επίπεδο του λαού.

– Τουλάχιστον ένας στους πέντε εργαζομένους δέχθηκε επιμόρφωση στο διάστημα ενός χρόνου, σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ. Ωστόσο ο βαθμός συμμετοχής σ’ αυτά τα προγράμματα επιμόρφωσης ποικίλλει πολύ από χώρα σε χώρα. Κάτω από το 24% είναι το Βέλγιο, η Ουγγαρία, η Ιρλανδία, και η Πολωνία. Πάνω από 50%, η Δανία, η Φινλανδία, η Νορβηγία και η Μεγάλη Βρετανία.

– Η διαδικασία μετάβασης από το σχολείο στη δουλειά παραμένει δύσκολη. Ακόμη και τα «ξεφτέρια» αργούν να βρουν σταθερή δουλειά, συνήθως αυτό γίνεται αργότερα από παλαιότερα και η μεταβατική αυτή περίοδος ολοένα και παρατείνεται. Ενας 20χρονος απόφοιτος επαγγελματικής σχολής έχει, μέχρι τα 29 του χρόνια, προσδόκιμο χρόνο δουλειάς 6,5 χρόνια, ένα χρόνο ανεργίας και 1,5 χρόνο εκτός εργατικού δυναμικού. Και αν σε κάποιες χώρες ο χρόνος ανεργίας είναι μικρότερος των έξι μηνών (Δανία, Λουξεμβούργο, Μεξικό, Ελβετία και ΗΠΑ), σε άλλες, όπως η Ελλάδα, η Τσεχία, η Ιταλία, η Πολωνία, η Ισπανία), έχει προσδόκιμο χρόνο ανεργίας μεγαλύτερο των 18 μηνών.

– Στις χώρες όπου σημαντικό ποσοστό νέων δουλεύουν και σπουδάζουν, εκεί και το ποσοστό των άνεργων νέων εκτός εκπαιδευτικού συστήματος είναι χαμηλό. Στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ, το 60-80% των νέων κάτω των 19 ετών που δουλεύουν, παράλληλα σπουδάζουν. Στη χώρα μας το 8% των αγοριών και το 12% των κοριτσιών 15-19 ετών ούτε δουλεύουν ούτε σπουδάζουν.

– Το ποσοστό των νεαρών γυναικών που δουλεύουν και σπουδάζουν είναι υψηλότερο από αυτό των νεαρών ανδρών, με μέσο όρο διαφοράς ποσοστού άνω του 5%. Ομως στο 60% των περιπτώσεων, αυτή η δουλειά είναι παρτ-τάιμ.

– Οσον αφορά την ηλικία των εκπαιδευτικών, σε πολλές χώρες του ΟΟΣΑ δάσκαλοι και καθηγητές έχουν μέσο όρο ηλικίας άνω των 40 ετών (οι καθηγητές είναι γηραιότεροι των δασκάλων). Σε Καναδά, Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία, Σουηδία, το 60% των δασκάλων άνω των 40, ενώ σε Βρετανία, Ολλανδία και Γερμανία, οι 50άρηδες αυξήθηκαν μέσα στην τελευταία τριετία πάνω από 5%. Αντίθετα, στην Κορέα και το Βέλγιο, το 50% των δασκάλων είναι κάτω από 40.

– Οι γυναίκες εκπαιδευτικοί είναι αριθμητικά περισσότερες σε Νηπιαγωγεία, Δημοτικά και Γυμνάσια. Ο αριθμός τους μειώνεται στα Λύκεια (μέσος όρος ΟΟΣΑ 49%) και συρρικνώνεται ακόμη περισσότερο (από 25% έως 40%) στην τριτοβάθμια εκπαίδευση -τη συντριπτική πλειονότητα των καθηγητών Πανεπιστημίων αποτελούν οι άντρες σε όλες τις χώρες πλην της Τσεχίας.

– Οι νέες γυναίκες έχουν μεγαλύτερο προσδόκιμο χρόνο σπουδών από τους άνδρες 0,4 χρόνια, κατά μέσον όρο. Στις περισσότερες χώρες τα κορίτσια απόφοιτοι λυκείου είναι περισσότερα από τα αγόρια, σε ποσοστό άνω του 10%. Στη χώρα μας, το ποσοστό των αγοριών αποφοίτων λυκείου ανάμεσα στους 18άρηδες είναι 58%, ενώ των κοριτσιών 76%.

– Η Ευρώπη γερνάει. Τα Ελληνόπουλα 5 έως 14 ετών έχουν από τις χαμηλότερες αναλογίες στο γενικό πληθυσμό (11%), όταν λ.χ. στο Μεξικό και την Τουρκία τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 23% και 21%. Οι Ελληνες έφηβοι (15-19 ετών) αποτελούν το 7% του πληθυσμού και οι νέοι (20-29 ετών) το 15%. Εως το 2010 προβλέπεται για τη χώρα μας 20% μείωση όλων αυτών των ηλικιών, όταν σε 13 χώρες προβλέπεται σταθεροποίηση και σε 10 αύξηση.

Πολύ χαμηλά οι δαπάνες για την Παιδεία στην Ελλάδα

Το ότι ξοδεύουμε λίγα για την παιδεία είναι γνωστό. Αυτό όμως που κάνει τη δαπάνη αυτή τραγικά χαμηλή (3,5% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ) είναι η σύγκριση με τις άλλες χώρες. Ολες οι χώρες του ΟΟΣΑ επενδύουν σημαντικά κονδύλια στην εκπαίδευση και έχουν κάνει σημαντικές αυξήσεις από το 1995 (πάνω από 15% σε Δανία, Ιρλανδία και Πορτογαλία και πάνω από 60% στην Τουρκία), εκτός βέβαια από τη Ελλάδα, η οποία μολονότι εμφανίζει αύξηση δαπανών από το 1995 (από το 2,9% επί του ΑΕΠ στο 3,5%), συνεχίζει να είναι ανάμεσα στους τελευταίους. Οι χώρες που ξοδεύουν τα περισσότερα για παιδεία (7% επί του ΑΕΠ, με έναν μέσο όρο ΟΟΣΑ 5,7%) είναι η Δανία, η Ισλανδία, η Κορέα, η Νορβηγία και η Σουηδία. Το 1/3 των χωρών μελών του ΟΟΣΑ ξοδεύουν κάτω του 5%, με την Ελλάδα, την Τσεχία, τη Ολλανδία και την Τουρκία στις χαμηλότερες θέσεις.

Επί των συνολικών κρατικών δαπανών, οι χώρες του ΟΟΣΑ διαθέτουν για την εκπαίδευση κατά μέσο όρο ένα 13%. Η Ελλάδα, μαζί με την Τσεχία και τη Γερμανία είναι ανάμεσα στους τελευταίους (κάτω του 10%), με ποσοστό 6,9%. Ομως υπάρχουν και χώρες που διαθέτουν το 16% έως 22% των συνολικών κρατικών δαπανών (Ισλανδία, Κορέα, Μεξικό, Νορβηγία).

Ενας από τους παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν σημαντικά τις δαπάνες για την παιδεία είναι το ποσοστό του νεανικού πληθυσμού. Οσο μεγαλύτερο είναι αυτό το ποσοστό τόσο επιτακτικότερη είναι η ανάγκη για αύξηση των δαπανών. Το πρόβλημα είναι ότι οι χώρες οι οποίες έχουν συνήθως ένα ρωμαλέο ποσοστό νεανικού πληθυσμού είναι αρκετά πίσω και πρέπει να καταβάλουν διπλή (οικονομική) προσπάθεια για να ευθυγραμιστούν με τις άλλες χώρες. Αλλά και σε κράτη με μικρό ποσοστό νεανικού πληθυσμού όπως λ.χ. οι σκανδιναβικές χώρες, ό,τι «κερδίζεται» από τον αρνητικό δημογραφικό παράγοντα χάνεται από την υψηλή συμμετοχή των νέων στην εκπαίδευση.

Το πώς μοιράζουν οι χώρες του ΟΟΣΑ τα κονδύλια τους στις διάφορες εκπαιδευτικές βαθμίδες, είναι επίσης αξιοσημείωτο, αφού καταδεικνύει το βαθμό ενδιαφέροντος της πολιτείας προς τις συγκεκριμένες βαθμίδες, ο οποίος καμιά φορά δεν ταυτίζεται, όπως στη χώρα μας, με τη ζήτηση γι’ αυτές τις βαθμίδες. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα είναι μια από τις λίγες χώρες του ΟΟΣΑ, που χρηματοδοτούν την τριτοβάθμια εκπαίδευση με περίπου 1% του ΑΕΠ (χρηματοδοτούμε την πρωτοβάθμια και δευτοροβάθμια εκπαίδευση με το 2,3% του ΑΕΠ και την τριτοβάθμια με το 1,1% του ΑΕΠ), όταν, η ζήτηση για τριτοβάθμια εκπαίδευση ήταν και παραμένει μεγάλη στη χώρα μας.

Δαπάνες ανά μαθητή

Οι χώρες του ΟΟΣΑ ξοδεύουν κατά μέσο όρο 1,5 εκατομμύριο δρχ. το χρόνο για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση ανά μαθητή, 2,25 εκατομμύρια δρχ. το χρόνο για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ανά μαθητή και 4,7 εκ. δρχ. για την τριτοβάθμια ανά φοιτητή. Δηλαδή, 19% επί του κατακεφαλήν ΑΕΠ για το μαθητή του δημοτικού, 25% επί του κατά κεφαλήν ΑΕΠ για τον μαθητή γυμνασίου-λυκείου και 44% επί του κατά κεφαλήν ΑΕΠ για το φοιτητή. Ομως υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις χώρες. Για παράδειγμα, στην Πολωνία ξοδεύονται για το γυμνάσιο-λύκειο ανά μαθητή 575.000 δρχ. και στην Ελβετία περίπου 3,7 εκ. δρχ. Στη χώρα μας ξοδεύουμε 1 εκ. δρχ. ανά μαθητή. Στο Μεξικό, για τα πανεπιστήμια ανά φοιτητή 1,5 εκ. δρχ. και στις ΗΠΑ περίπου 8 εκ. δρχ. Στην Ελλάδα 1,66 εκ. δρχ. ανά φοιτητή.

Ομως δεν μπορεί να πει κανείς ότι οι χαμηλές δαπάνες για την εκπαίδευση συνοδεύονται πάντα και από χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο στις χώρες αυτές. Για παράδειγμα, η Ιαπωνία, η Κορέα και η Ολλανδία που δεν ξοδεύουν πολλά, εμφανίζουν ανάμεσα στους μαθητές της 2ας γυμνασίου από τις υψηλότερες παγκοσμίως επιδόσεις στα Μαθηματικά.

Ναι μεν αμόρφωτοι, αλλά βελτιωνόμαστε ραγδαία

Στις σημερινές κοινωνίες της γνώσης, όπου μια καλή βασική παιδεία βοηθάει τους ανθρώπους να ανταποκριθούν στις ανάγκες της καθημερινής ζωής και της δουλειάς τους, υπάρχει ζωτική ανάγκη να αυξηθεί το ποσοστό αυτών που έβγαλαν τουλάχιστον το Λύκειο. Την ανάγκη αυτή καταγράφουν εύγλωττα οι αριθμοί. Στην Ελλάδα, όπως και σε όλες τις χώρες – μέλη του ΟΟΣΑ, όσο προχωρούμε σε μικρότερες ηλικίες ενηλίκων, τόσο ανεβαίνει το μορφωτικό επίπεδο. Στα 2/3 των χωρών – μελών του ΟΟΣΑ, πάνω από το 80% του πληθυσμού ηλικίας 25-34 ετών έχουν τελειώσει το Λύκειο. Μάλιστα σε χώρες όπως η Τσεχία, η Νορβηγία, η Ελβετία, η Ιαπωνία, η Κορέα το ποσοστό αυτό αγγίζει ή ξεπερνάει το 90%. Στη χώρα μας το ποσοστό αυτό είναι 71%. Οφείλουμε να πούμε ότι αυτό το 71% το κατακτήσαμε προσφάτως. Μέσα σε μια τετραετία (1995-1999), η Ελλάδα έκανε τεράστια άλματα, ανεβάζοντας το ποσοστό νεαρών αποφοίτων Λυκείου από 66% σε 71%.

Ενώ, όμως, η διαφορά ανάμεσα στα ποσοστά αποφοίτων Λυκείου ηλικίας 25-34 και αποφοίτων ηλικίας 55-64 συρρικνώνεται σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, στη χώρα μας, όπως και στην Κορέα και στην Ισπανία, χώρες που έκαναν ένα μεγάλο άλμα στο μορφωτικό επίπεδο των νέων, παραμένει αβυσσαλέα – σε Κορέα και Ισπανία το ποσοστό των αποφοίτων Λυκείου ηλικίας 25-34 είναι τριπλάσιο εκείνου ηλικίας 55-64 στην Ελλάδα είναι 2,5 φορές μεγαλύτερο (71% με 24%).

Καλύτερα είναι τα πράγματα για την Ελλάδα σε ό,τι αφορά τους απόφοιτους πανεπιστημίου. Το 13% του πληθυσμού ηλικίας 25-64 ετών έχει πανεπιστημιακούς τίτλους, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Αυστρία, στη Δανία και στην Τουρκία είναι 6%, στην Πορτογαλία 7% και στην Ιταλία 9%. Ξεπερνάμε ακόμη και τη Γαλλία (11%) και το Βέλγιο (12%). Ωστόσο, αρκετές είναι οι χώρες με ποσοστά που κυμαίνονται από 14% έως πάνω από 20%. Η χώρα με το υψηλότερο ποσοστό πληθυσμού ηλικίας 25-64 ετών με πανεπιστημιακό τίτλο είναι οι ΗΠΑ (27%). Αξίζει να σημειωθεί ότι σε κάποιες χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της δικής μας, οι νέες γυναίκες είναι σήμερα περισσότερο μορφωμένες από τους συνομηλίκους τους άντρες. Πανεπιστημιακό τίτλο σήμερα στην Ελλάδα κατέχει το 18% των γυναικών 25-34 ετών και μόνο το 14% των αντρών.

– Το φάρμακο για τη μυελογενή λευχαιμία είναι ωστόσο μεγάλο επίτευγμα. Θα μπορούσε όμως να καμφθεί η επιθετικότητα άλλων μορφών καρκίνου; Να γίνουν χρόνιες παθήσεις;