ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ιδιωτικό μάνατζμεντ και κονδύλια στα σχολεία

Σε πολλές χώρες του ΟΟΣΑ οι κυβερνήσεις έχουν αρχίσει να δίνουν τη διαχείριση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στον ιδιωτικό τομέα. Κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ, το 11% της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έχει ιδιωτική διοίκηση, αλλά επιχορηγείται από το κράτος. Στο Βέλγιο και την Ολλανδία η πλειονότητα των μαθητών (58% και 76% αντίστοιχα) πηγαίνουν σε ιδιωτικά σχολεία που εξαρτώνται οικονομικά από το κράτος, ενώ στις χώρες αυτές αμιγώς ιδιωτικά σχολεία δεν υπάρχουν. Επίσης, το ποσοστό των ημι-δημόσιων σχολείων ξεπερνάει το 20% στην Αυστραλία, την Κορέα, την Ισπανία και τη Μεγάλη Βρετανία, όπου υπάρχουν και κάποια αμιγώς ιδιωτικά σχολεία. Ομως το κράτος ασκεί έλεγχο στα σχολεία που επιχορηγεί, ως προς το επίπεδο των καθηγητών (διορίζονται με κρατικές εξετάσεις) κ.λπ.

Τα μεγαλύτερα ποσοστά αμιγώς ιδιωτικών σχολείων (γύρω στο 10%) εμφανίζουν η Ιαπωνία, το Μεξικό, η Πορτογαλία και οι ΗΠΑ. Στη χώρα μας το ποσοστό αυτό αγγίζει το 7%, ενώ δεν υπάρχει επιχορηγούμενη από το κράτος ιδιωτική εκπαίδευση.

«Συνεταίροι»

στη χρηματοδότηση

Ομως οι κυβερνήσεις δεν παραχωρούν μόνο τη διαχείριση κάποιων σχολείων στους ιδιώτες, όσο πάει ενθαρρύνουν και την εισροή ιδιωτικών κονδυλίων στην εκπαίδευση. Η τάση είναι σαφής: οι κυβερνήσεις προσπαθούν να βρουν «συνεταίρους» στη χρηματοδότηση των ιδρυμάτων. Ενώ τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και άλλα ιδρύματα παραμένουν στην πλειονότητά τους κρατικά, παρατηρείται μια αύξηση της συμμετοχής του ιδιωτικού κεφαλαίου στις χρηματοδοτήσεις τους. Στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, κατά μέσο όρο ένα 9% των πόρων προέρχεται από ιδιώτες, ενώ στην Αυστραλία, τη Γερμανία, την Κορέα και την Τουρκία αυτό το ποσοστό ξεπερνά το 15%.

Εκεί όμως όπου η εισροή του ιδιωτικού κεφαλαίου εμφανίζεται εντονότερη, είναι η τριτοβάθμια εκπαίδευση. Βέβαια η συμμετοχή του ποικίλλει πολύ από χώρα σε χώρα. Ετσι, κλιμακώνεται από 2% σε Αυστρία και Ελβετία στο ένα τρίτο και πλέον των συνολικών δαπανών σε Αυστραλία, Καναδά, Ιαπωνία, Κορέα, Μεγάλη Βρετανία και ΗΠΑ. Μάλιστα στην Ιαπωνία, ιδιωτικά είναι τα μισά κονδύλια για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ στην Κορέα το ποσοστό των ιδιωτικών κονδυλίων ξεπερνά το 80%.

Η αύξηση της ζήτησης για τριτοβάθμια εκπαίδευση επιταχύνει την αύξηση των ιδιωτικών δαπανών για την παιδεία, που σε πολλές χώρες ήταν, μέσα στην τελευταία 4ετία, της τάξης του 20%. Για παράδειγμα, στην Ουγγαρία, αυτή η αύξηση κυμάνθηκε από 2% το 1995 σε 23% το 1999. Βέβαια υπάρχουν και εξαιρέσεις -οι ιδιωτικές δαπάνες για την τριτοβάθμια εκπαίδευση μειώθηκαν στην Τσεχία από 30% σε 15% και στο Μεξικό από 23% σε 12%.

Ομως, όπως είπαμε, στις περισσότερες χώρες οι ιδιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν. Μάλιστα αυτή η αύξηση των ιδιωτικών δαπανών στις περισσότερες περιπτώσεις συνοδεύτηκε από μια αύξηση των δημοσίων δαπανών. Με άλλα λόγια, μέσα στις δύο τελευταίες δεκαετίες φάνηκε ότι οι ιδιωτικές δαπάνες μάλλον τείνουν να συμπληρώσουν παρά να υποκαταστήσουν τις δημόσιες δαπάνες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ιρλανδία, όπου η κατά 21% αύξηση των ιδιωτικών δαπανών συνοδεύτηκε από μια κατά 40% αύξηση των κρατικών δαπανών για την παιδεία. Να προσθέσουμε και κάτι άλλο. Στις χώρες όπου φοιτητές και γονείς ξοδεύουν πολλά για τριτοβάθμια εκπαίδευση παρατηρούνται και τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής των νέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αντίθετα, στις χώρες όπου η κύρια και συντριπτική χρηματοδότηση είναι κρατική, παρατηρούνται χαμηλά ποσοστά φοιτητών.

Οι αμοιβές των δασκάλων και καθηγητών

Κατά μέσο όρο, οι μισθοί των εκπαιδευτικών αποσπούν το 80% των συνολικών δαπανών για όλες τις βαθμίδες πλην των πανεπιστημίων. Στη χώρα μας, το ποσοστό αγγίζει το 88%. Αλλά δεν είναι σε όλες τις χώρες ίδιοι και οι μισθοί των εκπαιδευτικών. Ενώ, π.χ., στην Ελβετία, ένας καθηγητής λυκείου με 15ετή προϋπηρεσία αμοίβεται με 24,8 εκ. δρχ. ετησίως, στην Ελλάδα, αμοίβεται με 9 εκ. δρχ. Προτελευταίοι στη σειρά, πριν από Τσεχία, Ουγγαρία, Τουρκία όπου αμοίβεται με 4 εκ. δρχ.

Πού προηγούμαστε; Σε κάτι πολύ κρίσιμο. Στην επένδυση που κάνουμε στο εκπαιδευτικό προσωπικό. Αυτό φαίνεται από τη μεταβολή της σχέσης, μέσα στην τελευταία πενταετία, μισθών και κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Με εξαίρεση τη χώρα μας (και τη Νέα Ζηλανδία) μειώθηκε παγκοσμίως η σχέση μισθού καθηγητού γυμνασίου και κατά κεφαλήν ΑΕΠ από 1,5 το 1994 σε 1,36 το 1999 (στη χώρα μας είναι 1,7).

Σχολείο και δουλειά

Μία από τις αδυναμίες του εκπαιδευτικού μας συστήματος, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, είναι η μικρή σύνδεση του εκπαιδευτικού συστήματος με την αγορά εργασίας. Ο συνδυασμός δουλειάς και εκπαίδευσης, η λεγόμενη πρακτική εξάσκηση, είναι κάτι περιορισμένο στη χώρα μας, ενώ αντίθετα είναι εξαιρετικά διαδεδομένη σε άλλες χώρες. Σε κάποιες, η πρακτική εξάσκηση είναι κανόνας (κυρίως σε Αυστρία, Γερμανία, Ελβετία και λιγότερο σε Γαλλία και Βρετανία), σε άλλες οι εργαζόμενοι φοιτητές είναι κάτι πολύ συνηθισμένο (Αυστραλία, Καναδάς, ΗΠΑ, Φινλανδία, Σουηδία), ενώ υπάρχουν και αυτές όπου το σχολείο και η δουλειά δεν συνδέονται σχεδόν καθόλου (Βέλγιο, Τσεχία, Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία). Σε γενικές γραμμές, πάντως, οι ώριμοι φοιτητές έχουν περισσότερο την τάση να συνδέουν τις σπουδές με τη δουλειά. Σε πολλές χώρες οι φοιτητές 25-29 ετών εργάζονται σε ποσοστό πάνω από 50%. Μάλιστα σε κάποιες χώρες το ποσοστό υπερβαίνει το 70% (Αυστραλία, Ελβετία, ΗΠΑ). Η Ελλάδα είναι μία από τις τρεις χώρες του ΟΟΣΑ (μαζί με Ιταλία και Τσεχία) όπου το ποσοστό των ώριμων φοιτητών που εργάζονται είναι κάτω του 25%.

Μια τάση η οποία έχει καταγραφεί τελευταία είναι οι νέοι να παρατείνουν τις σπουδές τους, εν μέρει, σαν μια αντίδραση στις μη ευνοϊκές συνθήκες της αγοράς. Ετσι, αυτοί που τελικά μπαίνουν στην αγορά εργασίας έχουν πολύ υψηλότερη εκπαίδευση από τους αντίστοιχους νέους της περασμένης δεκαετίας. Το ερώτημα είναι αν αυτά τα επιπλέον τυπικά προσόντα σήμερα μεταφράζονται σε περισσότερες και καλύτερες αμειβόμενες δουλειές.

Μόρφωση ίσον εργασία

Στην Ελλάδα δεν είναι άμεσα ορατή η στενή σχέση μόρφωσης και απασχόλησης, πιο συγκεκριμένα, η επίπτωση του μορφωτικού επιπέδου στο συνολικό χρόνο απασχόλησης, αν και η τάση είναι, όσο περισσότερο μορφωμένος είναι κανείς τόσο περισσότερο χρόνο να εργάζεται. Κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ, τα άτομα 25-64 ετών με πανεπιστημιακό πτυχίο έχουν προσδόκιμο χρόνο απασχόλησης μεγαλύτερο από τους αποφοίτους λυκείου. Στην Ελλάδα οι απόφοιτοι γυμνασίου (ή με ακόμη λιγότερη μόρφωση) δεν είναι ακόμη σε δυσμενέστερη θέση από τους απόφοιτους λυκείου και πανεπιστημίου. Ο Ελληνας απόφοιτος Γυμνασίου έχει προσδόκιμο χρόνο απασχόλησης 33,3 χρόνια, ο απόφοιτος λυκείου 31,7 και ο απόφοιτος πανεπιστημίου 32,9 χρόνια.

Αμεσα ορατή δεν είναι στη χώρα μας και η τάση, όσο πιο μορφωμένος είσαι τόσο περισσότερα κερδίζεις. Ομως στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ, οι απόφοιτοι πανεπιστημίου κερδίζουν περισσότερα από τους αποφοίτους λυκείου. Ενας άνδρας με πανεπιστημιακό πτυχίο ηλίκιας 24-64 χρόνων έχει κατά 75% (και πλέον) περισσότερες αποδοχές από τον απόφοιτο λυκείου σε Τσεχία, Ουγγαρία, Πορτογαλία και ΗΠΑ.

– Οσον αφορά την ηλικία των εκπαιδευτικών, σε πολλές χώρες του ΟΟΣΑ δάσκαλοι και καθηγητές έχουν μέσο όρο ηλικίας άνω των 40 ετών (οι καθηγητές είναι γηραιότεροι των δασκάλων). Σε Καναδά, Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία, Σουηδία, το 60% των δασκάλων άνω των 40, ενώ σε Βρετανία, Ολλανδία και Γερμανία, οι 50άρηδες αυξήθηκαν μέσα στην τελευταία τριετία πάνω από 5%. Αντίθετα, στην Κορέα και το Βέλγιο, το 50% των δασκάλων είναι κάτω από 40.