ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Καμίνι σε κίτρινες και μωβ αποχρώσεις

Είμαστε δέσμιοι των επιλογών μας. Του τρόπου που κτίζουμε τις πόλεις μας, του τρόπου που τις διαχειριζόμαστε, του τρόπου που τις καταστρέφουμε. Το ίδιο δέσμιοι των πράξεων ή των παραλείψεών τους ειναι και οι πολιτικοί, οι εκάστοτε κυβερνήσεις που ανέχονται και σε πολλες περιπτώσεις επαυξάνουν με την ολιγωρία τους το θέαμα μιας πρωτεύουσας που με τις πρώτες καυτές ημέρες του καλοκαιριού κτυπάει θερμοκρασίες… αφρικανικές. Είμαστε δέσμιοι, αλλά και μάρτυρες, τελικά, της δομικής πραγματικότητας της Αθήνας, την εικόνα της οποίας αποτολμάμε να αποτυπώνουμε σε φωτογραφίες.

Πράγματι, οι φωτογραφίες είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας αυτής της δομικής πραγματικότητας, η οποία από την ταράτσα του υψηλότερου, ίσως, κτιρίου της πρωτεύουσας, είναι το αποκορύφωμα της αισθητικής μας αναλγησίας. Η αίσθηση του απέραντου τσιμέντου είναι τόσο εκτυφλωτική, ώστε απαλείφει από τον οπτικό μας ορίζοντα τις ελάχιστες νησίδες πρασίνου που με νύχια και με δόντια κάποιοι ευαισθητοποιημένοι πολίτες αγωνίζονται να διατηρήσουν ζωντανές. Αυτή όμως είναι η δική μας πόλη, της οποίας αποφασίσαμε να φωτογραφίσουμε μερικά μόνον τμήματα, όχι με τον συνηθισμένο τρόπο, αλλά με μια καινούργια μέθοδο του Τμήματος Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Για τις θερμοφωτογραφήσεις (τη λήψη υπέρυθρων φωτογραφιών) χρησιμοποιήθηκε ειδική θερμοκάμερα υψηλής τεχνολογίας, την οποία χειρίστηκε η Κατερίνα Νιάχου, επιστημονική συνεργάτις του αν. καθηγητή κ. Μάνθου Σανταμούρη. Στις φωτογραφίες που παρουσιάζει σήμερα η «K» απεικονίζεται η κατανομή της θερμοκρασίας των διαφόρων επιφανειών ανάλογα με την ποσότητα της ακτινοβολίας που εκπέμπεται από το υπέρυρθο φάσμα ακτινοβολιών. Και φυσικά το «θέαμα» είναι τρομακτικό.

Σε πολλές από τις φωτογραφίες, το ανοικτό κίτρινο, σχεδόν λευκό χρώμα δεν είναι παρά η αποτύπωση της ασφάλτου ή σε ορισμένες περιπτώσεις οι ταράστες των πολυκατοικών που εκπέμπουν μεγάλα ποσά υπέρυθρης ακτινοβολίας. Το μπλε και το μωβ χρώμα απεικονίζουν τις χαμηλότερες θερμοκρασίες (μιλάμε πάντα για θερμοκρασίες επιφανείας και όχι αέρος) που εντοπίζονται είτε στις μικρές οάσεις πρασίνου είτε σε πλευρές κτιρίων που την ώρα της φωτογράφησης δεν βρίσκονται εκτεθειμένα στον ήλιο. Ο μέσος όρος, ωστόσο, των χρωμάτων της πόλης κινείται κάπου ανάμεσα στο ανοικτό μωβ και το βαθύ κίτρινο, ενώ όσο το μάτι απομακρύνεται στο βάθος της φωτογραφίας, το χρώμα γίνεται βαθύ μπλε, υποδηλώνοντας την τεράστια διαφορά ανάμεσα στη θερμοκρασία των κεντρικών περιοχών της Αθήνας και των προαστίων. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η θερμοφωτογράφηση -για πρώτη φορά στην Ελλαδα σε τέτοια κλίμακα- έγινε την Τετάρτη 13 Ιουνίου με το θερμόμετρο στα ύψη.

Το φαινόμενο της θερμικής νησίδας είναι ίσως το πιο γνωστό φαινόμενο κλιματικής μεταβολής, δηλώνει στην «K» ο καθηγητής Μ. Σανταμούρης. Από το 1923 γνωρίζουμε ότι στο κέντρο των πόλεων καταγράφεται αύξηση της θερμοκρασίας, η οποία σε σχέση με την περιφέρεια είναι υψηλότερη κατά δέκα βαθμούς.

Ακατάλληλα υλικά

Ενας από τους λόγους που παρατηρούμε υψηλές θερμοκρασίες στις πυκονοκατοικημένες περιοχές του κέντρου της πόλης μας είναι τα υλικά που χρησιμοποιούμε στα κτίρια, στους δρόμους και τους πεζόδρομους. Και είναι ακριβώς αυτά τα υλικά που συντελούν στην αύξηση κατά 20 έως και 25 βαθμούς της θερμοκρασίας της επιφάνειας, η οποία είναι ξεκάθαρη στις φωτογραφίες και συντελεί με τη σειρά της στην αύξηση της κανονικής θερμοκρασίας της πόλης κατά έξι βαθμούς στο κέντρο και πάντα σε σχέση με την περιφέρεια.

Αν υποθέσουμε ότι θέλουμε να μειώσουμε τις υψηλές θερμοκρασίες αναβαθμίζοντας την ποιότητα του θερμικού περιβάλλοντος, άρα και την ποιότητα της καθημερινής ζωή μας οφείλουμε να παρέμβουμε σημαντικά στον τομέα των υλικών, υποστηρίζει ο κ Σανταμούρης. «Το πρόβλημα της Αθήνας δεν είναι μόνον πρόβλημα ποιότητας αέρα και ρύπανσης είναι και θερμικό. Η πόλη παρουσιάζει σημαντική κλιματική μεταβολή, η οποία εξαιτίας της υπερβολικά αυξημένης χρήσης των κλιματιστικών επιβαρύνει τον τομέα της ενέργειας. Σημειωτέον ότι σήμερα στην Ελλάδα υπάρχει μια σημαντική διείσδυση του κλιματισμού, ίσως η μεγαλύτερη ποσοστιαία διείσδυση στον κόσμο.

Ενεργοβόρα κτίρια

Η μέση ενεργειακή κατανάλωση για τον κλιματισμό ενός κτιρίου γραφείων στην Ελλάδα μπορεί να φτάσει τις 40 ή 50 κιλοβατώρες ανά τετραγωνικό μέτρο το χρόνο, ενώ ένα κτίριο σχεδιασμένο βιοκλιματικά, δηλαδή με σωστό ενεργειακό σχεδιασμό, καταναλώνει πέντε έως έξι κιλοβατόρες εξοικονομεί δηλαδή 70% – 80% ενέργεια, βοηθώντας συγχρόνως το ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας. Τον τελευταίο καιρό γίνονται αλλεπάλληλες συζητήσεις για τη βελτίωση του θερμικού περιβάλλοντος των πόλεων μας. Και πράγματι, οι τεχνολογίες υπάρχουν. Απομένει να εφαρμοστούν παράλληλα με τις νέες στρατηγικές προκειμένου να αναβαθμιστεί το δομημένο περιβάλλον στο οποίο ζούμε. Ωστόσο, χρειάζεται ένας εθνικός σχεδιασμός, ένα εθνικό πρόγραμμα για τα κτίρια, με κριτήριο την ποιότητα του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου και τη μικρότερη δυνατή ενεργειακή κατανάλωση.

Ποιος φοβάται τις εναλλακτικές μορφές ενέργειας;

Με δεδομένες τις συμφωνίες του Κιότο, θα ανέμενε κανείς ότι η Ε.Ε. θα έδινε έμφαση στην εφαρμογή και στην έρευνα όλων των εναλλακτικών μορφών ενέργειας που υποκαθιστούν τις συμβατικές πηγές, με έμφαση στις ανανεώσιμες πηγές και αιχμή τις τεχνολογίες, της αιολικής ενέργειας και των παθητικών ηλιακών συστημάτων.

Εχοντας υπ’ όψιν του τα δυναμικά ερευνητικά σχέδια στα οποία η Ε.Ε. έχει προβεί τα τελευταία χρόνια, ο αναπληρωτής καθηγητής του τμήματος Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Μ. Σανταμούρης θεωρεί ότι αποτελεί έκπληξη η ανάγνωση του σχεδίου ερευνητικών προτεραιοτήτων (6ο Πλαίσιο Ε.Ε.), απ’ όπου έχει αφαιρεθεί ο τομέας της αιολικής ενέργειας και των θερμικών ηλιακών συστημάτων, ενώ εντός του Πλαισίου παραμένουν η παραγωγή εξελιγμένων φωτοβολταϊκών συστημάτων και στοιχεία βιομάζας και δίδεται έμφαση στην παραγωγή ενέργειας από υδρογόνο. Στο 6ο Πλαίσιο η Ε.Ε. επιτρέπει μόνον την επίδειξη ανανεώσιμων μορφών ενέργειας και όχι στην πραγματικότητα την εφαρμογή τους. Ετσι, ενώ στο κείμενο αναφέρονται αυτές οι πηγές, στην πραγματικότητα ο χρησιμοποιούμενος όρος short term παραπέμπει μόνο σε επιδεικτικά έργα.