ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η νέα ζωή του παλαιού «401»

ktirio1

Ως χώρος πολιτισμού πρόκειται να «επανενταχθεί» στη ζωή της πόλης το εγκαταλειμμένο από χρόνια παλαιό στρατιωτικό νοσοκομείο 401 στο Κολωνάκι. Η Περιφέρεια Αττικής αποφάσισε να χρηματοδοτήσει την αποκατάσταση των πρώτων τριών κτιρίων του συγκροτήματος που ανήκει στην Εκκλησία, τα οποία και θα φιλοξενήσουν τη βιβλιοθήκη και το ιστορικό αρχείο της Ιεράς Συνόδου. Προηγήθηκε απόφαση του ΣτΕ που «επικύρωσε» την απόφαση να χαρακτηριστούν διατηρητέα μόνο τα 7 από τα 14 κτίρια.

Σύμφωνα με την Ελισάβετ Ηλιοπούλου, αρχιτέκτονα και κάτοικο της περιοχής που ασχολήθηκε με την ιστορική τεκμηρίωση και αρχιτεκτονική αξιολόγηση του χώρου, το παλαιό στρατιωτικό νοσοκομείο είναι το τελευταίο τμήμα που έχει απομείνει από το στρατόπεδο του 1ου Συντάγματος Πεζικού. Ως λειτουργία, το νοσοκομείο εγκαταστάθηκε το 1900 με τη μετατροπή υφιστάμενων πέτρινων κτιρίων του Στρατιωτικού Σχολείου Υπαξιωματικών και επεκτάθηκε σε νέα κτίρια έως το 1904. Στις εγκαταστάσεις του νοσηλεύθηκαν χιλιάδες στρατευμένοι ασθενείς και τραυματίες που μεταφέρονταν από το μέτωπο κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων, της μικρασιατικής εκστρατείας και καταστροφής, του ελληνοϊταλικού και ελληνογερμανικού πολέμου. Το 1946 μετονομάστηκε σε «401 Γενικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Εκπαιδεύσεως» και συνέχισε να λειτουργεί σε αυτή τη θέση έως τις αρχές της δεκαετίας του ’70.

Το 1971, αφότου το νοσοκομείο μετεγκαταστάθηκε στα κτίρια της λεωφόρου Μεσογείων, ο χώρος παραχωρήθηκε στην Εκκλησία της Ελλάδος, σε ανταλλαγή με έκταση στη Βάρη όπου δημιουργήθηκε η Σχολή Ευελπίδων. Μέχρι το 2010 σε κάποια από τα κτίρια στεγαζόταν το Eκκλησιαστικό Λύκειο και μετά έμειναν κενά χρήσεων. Πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, η Εκκλησία εξέφρασε το ενδιαφέρον να κατεδαφίσει τα κτίρια του νοσοκομείου και να εγκαταστήσει στη θέση τους ξενοδοχείο, σχέδιο που τελικά δεν ευοδώθηκε κυρίως λόγω των αντιδράσεων αρχιτεκτόνων, που ξεκίνησαν εκστρατεία για τη διάσωσή του.

Το 2011 το υπουργείο Περιβάλλοντος χαρακτήρισε διατηρητέα τα 7 από τα 14 κτίρια του συγκροτήματος. Κατά της απόφασης προσέφυγε η Εκκλησία, που ζήτησε τον αποχαρακτηρισμό τους, και αρχιτέκτονες, που ζήτησαν τη διάσωση ολόκληρου του συνόλου. Οι προσφυγές συνεκδικάστηκαν και πριν από μερικές ημέρες το ΣτΕ (απόφ. 307/2018) απέρριψε και τις δύο προσφυγές, επικυρώνοντας την απόφαση διατήρησης των 7 κτιρίων. Λίγες ημέρες νωρίτερα, η Περιφέρεια Αττικής ανακοίνωσε την απόφαση να χρηματοδοτήσει την αποκατάσταση τριών από αυτά (επί των οδών Δεινοκράτους και Ιατρίδου) με 14 εκατομμύρια ευρώ. «Το ένα κτίριο θα φιλοξενήσει τη βιβλιοθήκη της Ιεράς Συνόδου, ώστε να αναδειχθεί με τον πλέον σύγχρονο τρόπο ο πλούτος της», λέει στην «Κ» ο γενικός διευθυντής των Οικονομικών Υπηρεσιών της Εκκλησίας της Ελλάδος (ΕΚΥΟ), επίσκοπος Σαλώνων Αντώνιος.

«Το δεύτερο κτίριο θα φιλοξενήσει το ιστορικό αρχείο της Ιεράς Συνόδου, που φυλάσσεται προσωρινά σε γειτονικό κτίριο. Τέλος, το τρίτο κτίριο θα μετατραπεί σε μουσειακό χώρο. Ολοι οι χώροι θα είναι επισκέψιμοι». Σε σχέση με τα υπόλοιπα τέσσερα κτίρια, η Εκκλησία δεν έχει καταλήξει. «Υπάρχουν ορισμένες σκέψεις. Ιδανικά, θα έπρεπε οι νέες χρήσεις –πάντα με απόλυτο σεβασμό στα κτίρια– να μπορούν να παράγουν κάποια έσοδα, ώστε να συμβάλλουν στη συντήρηση του χώρου».

«Σύμφωνα με το ισχύον Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο, επιτρέπονται στον χώρο του 401 κοινόχρηστο πράσινο, πολιτιστικές εγκαταστάσεις και εγκαταστάσεις εκπαίδευσης, καθώς και χρήσεις στον τομέα της πρόνοιας», επισημαίνει η κ. Ηλιοπούλου. «Κατά την άποψή μου, θα ήταν μια σπουδαία προσφορά εκ μέρους της Εκκλησίας η δημιουργία σχολής για νέους ανέργους για την εκμάθηση χειρωνακτικών τεχνών και επαγγελμάτων τα οποία τείνουν να εξαφανιστούν. Θα μπορούσε επίσης να ιδρυθεί μια ειδική σχολή για τη διδασκαλία της αγιογραφίας και τη συντήρηση παλαιών εικόνων και άλλων εκκλησιαστικών αντικειμένων. Με την εφαρμογή παρόμοιων χρήσεων θα φανεί ο σεβασμός της Εκκλησίας στα κτίρια και στην παλιά χρήση του χώρου αλλά και θα υπογραμμιστεί ο ρόλος της στη διατήρηση της πολιτιστικής και θρησκευτικής παράδοσης. Σημασία πάντως έχει να διατηρηθεί ο ενιαίος χαρακτήρας του χώρου ως σύνολο, τόσο σπάνιο για το κέντρο της Αθήνας».