ΚΟΣΜΟΣ

Δημοκρατικοί και… εξίσωση Τραμπ

u_s_-preside--2

Στις 3 Ιανουαρίου συνεδριάζει για πρώτη φορά η Βουλή των Αντιπροσώπων στις ΗΠΑ με τη νέα της σύνθεση, στην οποία πλειοψηφούν οι Δημοκρατικοί, προκειμένου να εκλέξει πρόεδρο του σώματος την έμπειρη Νάνσι Πελόσι. Μια πρόγευση των μελλοντικών αντιπαραθέσεών της με τον πρόεδρο Τραμπ πήραμε ήδη από τον διάλογο που είχε μαζί του μπροστά στις κάμερες για το τείχος με το Μεξικό και την απειλή του «να κλείσει την κυβέρνηση». Η σθεναρή στάση της και η αίσθηση πως ο Ντόναλντ Τραμπ υποχωρεί στο θέμα του τείχους ερμηνεύθηκαν ακόμη και από το «προσωπικό» του τηλεοπτικό δίκτυο Fox and Friends ως δεινή ήττα. «Οι Δημοκρατικοί θα πάρουν ό,τι θέλουν», προέβλεψε με έκδηλη απογοήτευση ο τηλεπαρουσιαστής Στιβ Ντούσεϊ. Μόλις προχθές όμως, ο Τραμπ έδειξε τις αληθινές προθέσεις του, ασκώντας πιέσεις στη Γερουσία να περάσει το νομοσχέδιο του προϋπολογισμού για τη χρηματοδότηση των ομοσπονδιακών υπηρεσιών μαζί με ένα κονδύλι 5 δισ. δολαρίων για την κατασκευή του τείχους, διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος αναστολής λειτουργίας των υπηρεσιών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Η επόμενη χρονιά προμηνύεται δύσκολη για το Δημοκρατικό Κόμμα.

Παγιδευμένοι

Κατ’ αρχάς, τα στελέχη του θα πρέπει να χαλιναγωγήσουν τις πιέσεις για «αίμα στην αρένα», ήτοι εσπευσμένη παραπομπή του Τραμπ για κάποια από τις υποθέσεις για τις οποίες ερευνάται: είτε τη ρωσική ανάμειξη στις εκλογές του 2016 είτε τις προβληματικές φορολογικές υποθέσεις του, ακόμη και το ενδεχόμενο παραβίασης των κανόνων προεκλογικής χρηματοδότησης με αφορμή τα χρήματα που κατέβαλε ο πρώην δικηγόρος του Μάικλ Κοέν για να εξαγοράσει τη σιωπή γυναικών με τις οποίες είχε ερωτική σχέση. Η θέση των Δημοκρατικών είναι δεινή, επειδή βρίσκονται παγιδευμένοι ανάμεσα στις προσδοκίες της εκλογικής τους βάσης και στην πολιτική και θεσμική πραγματικότητα, που εξ ορισμού θέτουν περιορισμούς στις προσπάθειές τους. Η ανεύρεση επαρκών στοιχείων για την παραπομπή είναι εκ των ων ουκ άνευ, όπως αποδεικνύει η Ιστορία και οι περιπτώσεις του Μπιλ Κλίντον και του Ρίτσαρντ Νίξον. Από την άλλη, υπάρχει ο κίνδυνος πόλωσης, με αποτέλεσμα το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα να συσπειρωθεί γύρω από τον Αμερικανό πρόεδρο και να δημιουργηθεί ένα είδος αίρεσης με στοιχεία λατρείας προς το πρόσωπό του. Αυτό θα μπορούσε με τη σειρά του να αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα για όσους Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές εξέταζαν ενδεχόμενη θετική ψήφο για μια παραπομπή Τραμπ.

Δεύτερον, ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αρχίσει να ανακοινώνει μέτρα που έχουν απήχηση όχι μόνο στους δικούς του ψηφοφόρους αλλά και σε πιο προοδευτικά τμήματα του εκλογικού σώματος: από την απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Συρία, που θα μπορούσε να θεωρηθεί άλλωστε συνέχεια της στρατηγικής του Μπαράκ Ομπάμα περί μη ανάμειξης στην περιοχή, μέχρι την απαγόρευση του «bump stock», του εξαρτήματος που μετατρέπει ένα όπλο από ημιαυτόματο σε αυτόματο, αυξάνοντας την ταχύτητα των ριπών. Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, το συγκεκριμένο μέτρο απολαμβάνει τη στήριξη του 80% των Αμερικανών, συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων που τάσσονται υπέρ της οπλοκατοχής.

Τρίτον και σημαντικότερον, καθώς ξεκινά το 2019 και ενόψει των προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους, οι Δημοκρατικοί δεν έχουν ακόμη καταλήξει στο πρόσωπο αλλά ούτε καν στο προφίλ του υποψηφίου που θα ήταν ιδανικός αντίπαλος του Τραμπ.

«Ζητείται λαϊκιστής»

Για τον Ντέιβιντ Λέονχαρντ των ΝΥΤ, το μυστικό για την επικράτηση επί του σημερινού προέδρου το 2020 είναι ένα: ο λαϊκισμός με την καλή έννοια (εάν υπάρχει τέτοια). Κατά τον αρθρογράφο, δεν έχει τόση σημασία το δημογραφικό στίγμα του αντιπάλου του Τραμπ (εάν θα είναι γυναίκα ή άνδρας, Αφροαμερικανός ή ισπανόφωνος, από τη Νέα Υόρκη ή αλλού). Το ζητούμενο, κατά τη γνώμη του, είναι να βρεθεί ένας υποψήφιος που θα καταφέρει να κερδίσει τη λευκή, εργατική τάξη. Οχι να εξασφαλίσει την πλειοψηφία της συγκεκριμένης πληθυσμιακής ομάδας, «αλλά να μη συντριβεί». Μια ενδιαφέρουσα ανάλυση δημοσιεύτηκε πρόσφατα, περιγράφοντας τη δεξαμενή ψηφοφόρων που ψήφισαν τον Ομπάμα το 2012, τον Τραμπ το 2016 και έναν Δημοκρατικό υποψήφιο για τη Βουλή το 2018, δηλαδή τους νικητές σε εθνικό επίπεδο των τριών αναμετρήσεων. Η ομάδα αυτή λοιπόν είναι ως επί το πλείστον λευκοί, χωρίς πανεπιστημιακό δίπλωμα και κυρίως κάτοικοι αγροτικών περιοχών. Σε κοινωνικά ζητήματα έχουν μεγάλες ομοιότητες με τους Ρεπουμπλικανούς.

Θεωρούν, για παράδειγμα, ότι ο σεξισμός δεν είναι σοβαρό πρόβλημα, ανησυχούν για τις δημογραφικές ανακατατάξεις στις ΗΠΑ και διεκδικούν αυστηρό έλεγχο των συνόρων. Ταυτόχρονα αυτή η κρίσιμη δεξαμενή είναι πιο αριστερή και από τους σκληροπυρηνικούς Δημοκρατικούς: θέλει ελεύθερη πρόσβαση στο πανεπιστήμιο, επέκταση του συστήματος υγείας, ομοσπονδιακές δράσεις για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και τη μείωση της τιμής των φαρμάκων.

Ποιοι θα μπορούσαν να προσελκύσουν αυτήν την κρίσιμη πληθυσμιακή ομάδα των μετακινούμενων ψηφοφόρων; Ο αντιπρόεδρος του Μπαράκ Ομπάμα, Τζο Μπάιντεν, ο οποίος αποφάσισε την τελευταία στιγμή να μην κατεβεί στις προεδρικές εκλογές του 2016 λόγω του θανάτου του γιου του, συγκεντρώνει τις περισσότερες προτιμήσεις. To 2020 όμως θα είναι 78 ετών, ένα χρόνο μικρότερος από τον Μπέρνι Σάντερς, που τερματίζει δεύτερος στη δημοσκόπηση για τη δημοφιλία πιθανών υποψηφίων για το χρίσμα των Δημοκρατικών. Παρά την ηλικία του ο Σάντερς κατάφερε να εμπνεύσει το νεανικό κοινό στις εσωκομματικές εκλογές των Δημοκρατικών ενόψει της αναμέτρησης του 2016, αποδυναμώνοντας τη Χίλαρι Κλίντον ως εκλεκτή της συστημικής ελίτ.

Ο Μπέτο Ο’ Ρουρκ

Ενα είδος Σάντερς, με ανάλογη ποιότητα σταρ, αλλά χωρίς τα χρόνια του, είναι ο τρίτος της παρέας, ο 46χρονος ηττηθείς υποψήφιος γερουσιαστής του Τέξας, Μπέτο Ο’ Ρουρκ. Με μια ακομπλεξάριστη αλλά και άοκνη εκστρατεία στην πολιτεία-προπύργιο του Τεντ Κρουζ, έβαλε τις βάσεις για μια σοβαρή υποψηφιότητα το 2020. Εχει πτυχίο αγγλικής λογοτεχνίας, έχει το ταλέντο να γράφει στο μπλογκ του ενδιαφέρουσες κοινοτοπίες, μιλάει ισπανικά, έχει διατελέσει μουσικός (μπασίστας και ντράμερ) σε πανκ συγκρότημα. Είναι κατά των μονοπωλίων, που κατά την άποψή του καταστρέφουν τον ανταγωνισμό και την καινοτομία και οι θέσεις του για τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας τού έχουν εξασφαλίσει σοβαρή στήριξη των συνδικάτων.