ΚΟΣΜΟΣ

Ιδρύεται η οργάνωση «Γιατροί Χωρίς Σύνορα»

Ιδρύεται η οργάνωση «Γιατροί Χωρίς Σύνορα»

Ελάχιστες ανθρωπιστικές οργανώσεις έχουν σώσει τόσες ανθρώπινες ζωές όσες οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα. Και καμία άλλη μη κυβερνητική οργάνωση δεν επηρέασε τις συζητήσεις για τον ανθρωπισμό περισσότερο από αυτούς.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ιδρύθηκαν το 1971 στη Γαλλία από γιατρούς και νοσηλευτές που είχαν περιθάλψει τραυματίες και ασθενείς κατά τη διάρκεια του πολέμου της Μπιάφρας (ενός φρικτού εμφυλίου με πάνω από ένα εκατομμύριο νεκρούς) και από άλλους ανθρωπιστές που είχαν βοηθήσει τους πλημμυροπαθείς του Ανατολικού Πακιστάν (που επρόκειτο σύντομα να γίνει το σημερινό Μπανγκλαντές). Ανάμεσα στους «γιατρούς της Μπιάφρας» ήταν ο Bernard Kouchner, ο οποίος ωστόσο αργότερα διαφώνησε με τους συντρόφους του για τη στάση της οργάνωσης έναντι του δράματος των Βιετναμέζων προσφύγων (των γνωστών «boat people») και αποχώρησε, ιδρύοντας έναν άλλο κοινωφελή οργανισμό που έχει και αυτός εξελιχθεί ανάμεσα στους κορυφαίους παγκοσμίως: τους Γιατρούς του Κόσμου. Αργότερα, ο Kouchner ασχολήθηκε με την πολιτική και διετέλεσε υπουργός γαλλικών κυβερνήσεων.

Πολιτικοποιημένος ανθρωπισμός με αμεροληψία

Σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα μετά την ίδρυσή τους, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα δεν είναι πλέον μια εθνική –δηλαδή μια γαλλική– μη κυβερνητική οργάνωση. Αντίθετα, είναι ένας διεθνής, ανεξάρτητος, ιατρικός ανθρωπιστικός οργανισμός που προσφέρει «κατεπείγουσα βοήθεια» σε ανθρώπους που υποφέρουν λόγω ένοπλων συγκρούσεων, επιδημιών, φυσικών καταστροφών ή δεν έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα προσφέρουν βοήθεια με αποκλειστικό κριτήριο τις ανάγκες, αδιαφορώντας για την εθνικότητα, τη θρησκεία, το φύλο ή τις πολιτικές πεποιθήσεις των ωφελουμένων.

Πολλοί μη κυβερνητικοί οργανισμοί επιδιώκουν να παραμείνουν πολιτικά ουδέτεροι – ιδιαίτερα στην περίπτωση των ένοπλων συγκρούσεων. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα δεν ανήκουν σ’ αυτούς. Ποτέ δεν επέλεξαν τη σιωπή. Αντίθετα, συστηματικά καταδίκαζαν τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παίρνοντας δημόσια θέση και υπογραμμίζοντας τις ευθύνες καθεστώτων, κυβερνήσεων και πολιτικών προσώπων.

idryetai-i-organosi-giatroi-choris-synora0
Ο James Orbinski, πρόεδρος της οργάνωσης το 1999, οπότε τιμήθηκε με το Νομπέλ Ειρήνης.

Το 1999 οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα βραβεύθηκαν για το έργο τους με το Νομπέλ Ειρήνης. Στην ομιλία αποδοχής του βραβείου ο τότε πρόεδρος της οργάνωσης, James Orbinski, είχε τονίσει: «Η σιωπή συγχεόταν με την ουδετερότητα και παρουσιαζόταν ως η απαραίτητη συνθήκη για την ανθρωπιστική δράση. Από την πρώτη στιγμή, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα αντιτάχθηκαν σ’ αυτή την αντίληψη. Δεν είμαστε σίγουροι ότι οι λέξεις μπορούν να σώσουν ζωές, αλλά ξέρουμε ότι η σιωπή μπορεί σίγουρα να σκοτώσει».

Από πολιτικής πλευράς, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα είναι μια θεμελιωδώς διαφορετική οργάνωση από εκείνη στην οποία έχει επίσης απονεμηθεί το Νομπέλ Ειρήνης και μάλιστα όχι μία, αλλά τρεις φορές (1917, 1944 και 1963): τη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού. Ο Kouchner περιέγραψε με σαφήνεια τη διαφορά: «Το έργο των Γιατρών Χωρίς Σύνορα ήταν από την αρχή πολιτικό. Ελπίζω ότι το βραβείο σηματοδοτεί την αναγνώριση ενός τύπου ανθρωπισμού που μάχεται την αδικία και τις διώξεις». Η άποψη του Ερρίκου Ντυνάν (του ιδρυτή του Ερυθρού Σταυρού, ο οποίος επίσης κέρδισε ως πρόσωπο το Νομπέλ Ειρήνης το 1901) ότι «δεν με ενδιαφέρει ποιοι πολεμούν και για ποιο λόγο» απορρίπτεται από τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα – ακόμη κι αν αυτή η στάση μπορεί να εμποδίσει την πρόσβασή τους σε συγκεκριμένες χώρες αλλά και να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια του προσωπικού τους στο πεδίο. Τα στελέχη τους είναι οι κύριοι εκπρόσωποι ενός «πολιτικοποιημένου ανθρωπισμού».

Αλλωστε οι «ανθρωπιστικές κρίσεις» είναι στην πραγματικότητα πολιτικές κρίσεις με ανθρωπιστικές συνέπειες. Ωστόσο η πολιτικοποίηση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα είχε πάντοτε όρια: μόνο μια φορά στην ιστορία της η οργάνωση ζήτησε από τη διεθνή κοινότητα να επέμβει στρατιωτικά: στην περίπτωση της γενοκτονίας στη Ρουάντα το 1994.

Συγκέντρωση πόρων από έξι εκατομμύρια ιδιώτες δωρητές

Η πολιτικοποίηση δεν σημαίνει εγκατάλειψη της αρχής της «αμεροληψίας», δηλαδή τη μη αποδοχή άλλης διάκρισης στην παροχή βοήθειας πέρα από το μέγεθος και το επείγον των αναγκών. Ωστόσο, η υιοθέτηση πολιτικών θέσεων δεν ήταν πάντοτε ανέφελη. Τον Μάιο του 1999, για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Κόσοβο και των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ, το Διεθνές Γραφείο των Γιατρών Χωρίς Σύνορα διέγραψε το Ελληνικό Τμήμα της οργάνωσης κατηγορώντας τους Ελληνες γιατρούς ότι είχαν παράσχει βοήθεια στη Γιουγκοσλαβία του Μιλόσεβιτς, «με τρόπο που δεν ήταν συμβατός με τις καταστατικές αρχές της οργάνωσης περί αμερόληπτης δράσης, ανεξάρτητης από τις πολιτικές επιλογές των κρατών και αποκλειστικά αιτιολογημένης από την ανάγκη περίθαλψης των θυμάτων». Πολλοί στην Ελλάδα έσπευσαν να στηρίξουν το Ελληνικό Τμήμα στη διαμάχη του με το διεθνές κίνημα. Αντίθετα, άλλοι το κατηγόρησαν για προκατάληψη υπέρ των Σέρβων. Ευτυχώς η διαγραφή δεν κράτησε για πολύ. Το 2004 συμφωνήθηκε η πλήρης επανένταξή του στους κόλπους της διεθνούς οργάνωσης. Πλέον, το Ελληνικό Τμήμα είναι πολύ ενεργό σε επίπεδο αποστολών μέσω του Κέντρου Συντονισμού Βαρκελώνης – Αθήνας.

Η παροχή βοήθειας δεν μπορεί να είναι «μη πολιτική». Η απόλυτη «πολιτική ουδετερότητα» είναι εξ ορισμού ανέφικτη. Αλλωστε, απλά και μόνο το γεγονός ότι οι ανθρωπιστικές οργανώσεις εξαρτώνται οικονομικά από τρίτους –κυρίως δημόσιους φορείς– περιορίζει σημαντικά την ελευθερία δράσης τους. Οπως πολλοί άλλοι μη κυβερνητικοί οργανισμοί, έτσι και οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα βασίζονταν μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες και σε μεγάλο βαθμό σε «θεσμικούς» πόρους (κυρίως χρήματα κυβερνήσεων και διεθνών οργανισμών).

Το 1996 το ποσοστό των θεσμικών πόρων άγγιξε το 50% του προϋπολογισμού τους. Ωστόσο αυτή η οικονομική σχέση προβλημάτισε τα στελέχη του οργανισμού. Θεωρώντας ότι η οικονομική τους εξάρτηση από δωρητές με συγκεκριμένες πολιτικές ατζέντες (όπως τα κράτη) υπονομεύει την ανεξαρτησία τους, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα αποφάσισαν να στραφούν αποκλειστικά στην ευρύτερη κοινωνία. Σήμερα, το 90% των πόρων του οργανισμού προέρχεται από σχεδόν έξι εκατομμύρια ιδιώτες δωρητές. Το υπόλοιπο ποσοστό καλύπτεται από χρηματοδοτήσεις «ουδέτερων» πολιτικά κρατών όπως η Σουηδία και η Ελβετία καθώς και διεθνών οργανισμών όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα δεν δέχονται δωρεές από φαρμακευτικές εταιρείες και εταιρείες βιοτεχνολογίας, την πετρελαϊκή βιομηχανία, εταιρείες που διαχειρίζονται ορυχεία, την αμυντική βιομηχανία κ.λπ.

Σήμερα, με προϋπολογισμό 1,5 δισ. ευρώ και 42.000 στελέχη (γιατρούς, νοσηλευτές και διοικητικό προσωπικό) από τα οποία τα 8.000 βρίσκονται «στο πεδίο», οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν ιατρική βοήθεια σε «πληθυσμούς σε κίνδυνο» (δηλαδή ανθρώπους που πλήττονται από τη βία, τις ένοπλες συγκρούσεις, τις επιδημίες και τον υποσιτισμό) σε περισσότερες από 70 χώρες.

Παγκοσμιοποιημένη ΜΚΟ με 21 τμήματα

Με έδρα τη Γενεύη, η Διεθνής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα (MSF International) συντονίζει τα 21 τμήματα της οργάνωσης – ανάμεσά τους και το ελληνικό. Η οργανωτική δομή είναι αποκεντρωμένη και τα επιμέρους τμήματα διαθέτουν επιχειρησιακή αυτονομία έχοντας μια κοινή δέσμευση στις αρχές των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, όπως διατυπώνονται στην Καταστατική Χάρτα της οργάνωσης. Παράλληλα, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα στελεχώνονται ολοένα και περισσότερο από ιατρικό, νοσηλευτικό και διοικητικό προσωπικό που προέρχεται από λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες. Πρόκειται για μια ουσιαστική απάντηση στην κριτική που ασκείται συχνά στις μη κυβερνητικές οργανώσεις – ότι δηλαδή το προσωπικό τους προέρχεται από τις πλούσιες χώρες. Το 2015, το 24% του διεθνούς προσωπικού των Γιατρών Χωρίς Σύνορα προερχόταν από τον «παγκόσμιο Νότο».

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα δραστηριοποιήθηκαν στην προσφορά βοήθειας στους πρόσφυγες και τους μετανάστες που φθάνουν στην Ευρώπη από άλλες περιοχές του κόσμου, παρέχοντας ιατρική βοήθεια στην Ελλάδα, τη Σερβία, τη Γαλλία, την Ιταλία αλλά και σε χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο το 2016 εξέφρασαν δημοσίως την αντίθεσή τους «στις καταστροφικές πολιτικές αποτροπής και τις προσπάθειές τους να ωθήσουν τους ανθρώπους που ζητούν προστασία μακριά από τις ευρωπαϊκές ακτές» και καταδίκασαν απερίφραστα τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των κρατών-μελών της. Στελέχη της οργάνωσης μίλησαν για την «επαίσχυντη» συμφωνία Ε.Ε. – Τουρκίας που «θέτει την ίδια την έννοια του “πρόσφυγα” σε κίνδυνο». Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, πάντα πιστοί στην αρχή της αμεροληψίας αλλά και απορρίπτοντας την πολιτική ουδετερότητα, αποφάσισαν να μη δέχονται πλέον χρηματοδοτήσεις από τα κράτη-μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Η ανεξαρτησία που βρίσκεται στον πυρήνα της φιλοσοφίας της οργάνωσης από την ίδρυσή της, παραμένει σήμερα πιο ζωντανή από ποτέ. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο ελβετικός οργανισμός Global Geneva που κάθε χρόνο αξιολογεί τις καλύτερες 500 μη κυβερνητικές οργανώσεις κατατάσσει επί σειράν ετών τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα στην πρώτη δεκάδα.

* Ο κ. Αστέρης Χουλιάρας είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.