ΚΟΣΜΟΣ

Ο Iντι Αμίν Νταντά στην εξουσία

Ο Iντι Αμίν Νταντά στην εξουσία

Ενας από τους πιο διάσημους Αφρικανούς δικτάτορες, ο Ιντι Αμίν Νταντά της Ουγκάντας, ταύτισε το όνομά του με τη θηριωδία, τον ρατσισμό και την κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Αμερικανός πρέσβης στην Ουγκάντα Τόμας Μέλαντι θα τον χαρακτήριζε αργότερα «Χίτλερ της Αφρικής».

Στις 15 Ιανουαρίου του 1971 ο Αμίν Νταντά ανέτρεψε με πραξικόπημα και σχετική ευκολία τον πρόεδρο Μίλτον Ομπότε, που βρήκε καταφύγιο στο Ναϊρόμπι της Κένυας. Το πραξικόπημα, όπως παρατηρούσε η CIA, εκδηλώθηκε ως συνέχεια των διαφωνιών των δύο ανδρών που είχαν ξεκινήσει μερικούς μήνες νωρίτερα με πιθανή αφορμή τον ανασχηματισμό της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης, που αποδυνάμωνε τη θέση του Αμίν ως αρχηγού του στρατού. Ως στόχος του πραξικοπήματος παρουσιαζόταν η κάθαρση της Ουγκάντας από διεφθαρμένους κρατικούς αξιωματούχους, η εκδίωξη του Ομπότε, που μαζί με τη φυλή του, τους Langi, κατηγορούνταν ότι πλούτιζαν εις βάρος του «κοινού ανθρώπου», και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην κυβέρνηση. Σύντομα υποτίθεται ότι οι πολιτικοί κρατούμενοι θα απελευθερώνονταν και η χώρα θα οδηγούνταν σε ελεύθερες εκλογές.

Γεννημένος το 1925 στο Koboko, μια επαρχία του Δυτικού Νείλου, από πατέρα Kakwa και μητέρα Lugbara, μετά τον χωρισμό των γονιών του ο Αμίν εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του στο Lugazi της Ουγκάντας. Εχοντας φοιτήσει στο σχολείο μέχρι την τετάρτη τάξη, κατετάγη το 1946 ως στρατιώτης στον βρετανικό αποικιακό στρατό (King’s African Riffles) και πολέμησε εναντίον των εθνικιστών Μάου-Μάου στην Κένυα μέχρι τη δεκαετία του 1960.

o-inti-amin-ntanta-stin-exoysia0
Επιστροφή ομήρων στο Ισραήλ μετά την επιχείρηση «Εντεμπε». ASSOCIATED PRESS

Στις 9 Οκτωβρίου του 1962 η Ουγκάντα κέρδιζε την ανεξαρτησία της από τους Βρετανούς και λίγο αργότερα ο Μίλτον Ομπότε σχημάτιζε κυβέρνηση. Ενα έτος νωρίτερα, ο Αμίν είχε γίνει σταδιακά ένας από τους μόλις δύο υπολοχαγούς της Ουγκάντας. Μετά την ανεξαρτητοποίηση της χώρας, παρά τη βρετανική βούληση να ασκηθεί στον Αμίν δίωξη για παράβαση στρατιωτικών εντολών και για θηριωδίες στα σύνορα Ουγκάντας – Κένυας, ο Ομπότε τον προστάτευσε και το 1962 αυτός προήχθη σε λοχαγό και το επόμενο έτος σε ταγματάρχη, οπότε και επελέγη για εκπαίδευση στη βρετανική σχολή πεζικού Wiltshire. Η στάση του στρατεύματος το 1964 με αίτημα τη γενικότερη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, όμοια της Force Publique στο Κονγκό μετά την ανεξαρτησία του 1960, αναβάθμισε τη θέση του στρατού στην πολιτική σκηνή της χώρας. Ο Αμίν προήχθη σε συνταγματάρχη και τελικά, το 1970, σε αρχηγό του στρατού. Και το 1971 κατέλαβε την εξουσία.

Καταστροφή της εγχώριας ελίτ και εκδίωξη των ξένων

Η άνοδος του Αμίν στην εξουσία οδήγησε σε τρομερές διώξεις στο εσωτερικό. Σύμφωνα με έκθεση της CIA, το βασικότερο χαρακτηριστικό της διακυβέρνησής του ήταν η καταστροφή της εγχώριας ελίτ, δηλαδή των δικαστών, των ανώτατων κρατικών υπαλλήλων, των ακαδημαϊκών, της (περιορισμένης) επαγγελματικής ελίτ, των υψηλόβαθμων αξιωματικών του στρατού και της αστυνομίας που προέρχονταν από αντίπαλες φυλές.

Τον Αύγουστο του 1972 ο Αμίν διέταξε τους Ασιάτες της Ουγκάντας να εγκαταλείψουν τη χώρα, κατηγορώντας τους για σαμποτάζ της οικονομίας και ενθάρρυνση της διαφθοράς. Αυτοί είχαν έρθει από την Ινδία, το Πακιστάν και τη Βεγγάλη με τους Αγγλους αποικιοκράτες, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου της Ανατολικής Αφρικής και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας της 1960 διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στον εμπορικό και επιχειρηματικό τομέα της χώρας, προκαλώντας την εχθρότητα των γηγενών. Ετσι, τα διαβατήρια και οι άδειες παραμονής ανακαλούνταν «για κάθε άτομο ασιατικής καταγωγής και υπηκοότητας Ηνωμένου Βασιλείου, Ινδίας, Πακιστάν ή Μπανγκλαντές» και πολλοί από αυτούς κακοποιήθηκαν ή σκοτώθηκαν στα σπίτια τους από τον στρατό.

Παράλληλα, στα μέσα του 1972, οι Βρετανοί φοβούνταν για σφαγές 7.000 υπηκόων τους στην Ουγκάντα. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον, σε συνομιλία του με τον σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας Χένρι Κίσινγκερ, εμφανίστηκε εξαγριωμένος καθώς θεωρούσε ότι οι Δυτικοευρωπαίοι δεν έκαναν τίποτα για να προστατεύσουν τους λευκούς στην Αφρική.

o-inti-amin-ntanta-stin-exoysia1
Η οκτάχρονη παραμονή του Ιντι Αμίν Νταντά στην εξουσία χαρακτηρίστηκε από θηριωδίες και ρατσισμό. ASSOCIATED PRESS

Σε υπόμνημά του προς τον Νίξον δύο μήνες αργότερα, ο Κίσινγκερ εξέφραζε φόβους ότι έχοντας εκδιώξει τους Εβραίους και 45.000 Ασιάτες από την Ουγκάντα, ο Αμίν βάδιζε προς μία «κάθαρση της χώρας του από ξένες επιρροές» ώστε να οικοδομήσει τη φυλετική μουσουλμανική χώρα που ονειρευόταν. Οι Βρετανοί, που είχαν μειωθεί από 7.000 σε 3.400 μέσα σε τρεις μήνες, οι χριστιανικοί πληθυσμοί και οι ιεραπόστολοι της Ουγκάντας αποτελούσαν τους επόμενους στόχους.

Οι διώξεις αυτές είχαν καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία της χώρας, καθώς την απογύμνωναν από απολύτως αναγκαίο τεχνικό προσωπικό, που θα ήταν αδύνατον να αναπληρωθεί σε λιγότερο από μία γενιά.

Περιφερειακές πιέσεις και εξωτερικές σχέσεις

Η Ανατολική Αφρική είχε αποτελέσει μία υποσχόμενη περιφέρεια της ηπείρου και οι Δυτικοί παρέμεναν αισιόδοξοι για τη σταθερότητα και την ανάπτυξή της. Η συνεργασία μεταξύ Κένυας, Ουγκάντας, Τανζανίας και Ζάμπιας είχε θεσμοθετηθεί υπό την Κοινότητα Ανατολικής Αφρικής (EAC). Η αλλαγή καθεστώτος στην Ουγκάντα επέβαλε μία νέα πραγματικότητα στην περιοχή και προκάλεσε ανησυχία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Αμερικανοί έπρεπε πλέον να ασχοληθούν με τον «ρατσιστή, αλλοπρόσαλλο και απρόβλεπτο, βίαιο, ανόητο, φιλοπόλεμο, ανορθολογικό, γελοίο μιλιταριστή» Αμίν. Οι ΗΠΑ διερευνούσαν μία πιθανή προσέγγιση των Βρετανών με την Κένυα και τον ορισμό ενός διαμεσολαβητή (πιθανώς τον πρόεδρο της Κένυας, Τζόμο Κενυάτα) με σκοπό τη διασφάλιση της «αποτελεσματικής EAC» και άλλων περιφερειακών οργανισμών. Ομως, η αμερικανική πρεσβεία στο Λονδίνο σε τηλεγράφημά της προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ήταν εξαιρετικά αποθαρρυντική σχετικά με την επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος, καθώς υποστήριζε ότι τα βρετανικά συμφέροντα απαιτούσαν μία κυβέρνηση χωρίς τον Ομπότε.

Παράλληλα, η Σοβιετική Ενωση παρείχε μαζική στήριξη στο καθεστώς: κατά το διάστημα 1973-1978 υπήρξε ο βασικός προμηθευτής όπλων στην Ουγκάντα. Την ίδια στιγμή, οι μυστικές υπηρεσίες της Ουγκάντας είχαν οργανωθεί από την Ανατολική Γερμανία και τους Παλαιστίνιους και ασκούσαν τρομοκρατία στο εσωτερικό. Η σοβιετική βοήθεια άρχισε να φθίνει το 1975, όταν ο Αμίν αρνήθηκε να πολεμήσει στην Ανγκόλα.

Το 1972, ενώ ο Αμίν κατηγορούσε τον πρόεδρο της Τανζανίας Τζούλιους Νιερέρε για στήριξη στον Ομπότε, ο Μουαμάρ αλ Καντάφι της Λιβύης έστειλε στην Ουγκάντα στρατεύματα και όπλα, στο όνομα της «ισλαμικής αλληλεγγύης». Ο Αιγύπτιος πρόεδρος Ανουάρ Σαντάτ υποσχέθηκε το ίδιο. Η Ζάμπια και η Γκάνα αντέδρασαν έντονα. Μια εφημερίδα, φιλικά προσκείμενη στην κυβέρνηση της τελευταίας, έγραφε ότι ο Οργανισμός Αφρικανικής Ενότητας (OAU) πέθαινε λόγω των Αράβων και ο Καντάφι κάρφωνε το φέρετρό της. Τον Οκτώβριο του 1973, εν μέσω του πολέμου του Γιομ Κιπούρ, ο Αμίν δήλωνε ότι τελικά «ο Χίτλερ είχε δίκιο που έκαψε έξι εκατομμύρια Εβραίους», και καλούσε τη Σοβιετική Ενωση να παράσχει στους Αραβες πολεμικό υλικό «εναντίον της σιωνιστικής επιθετικότητας».

o-inti-amin-ntanta-stin-exoysia2
Εκτέλεση αντικαθεστωτικού. ASSOCIATED PRESS

Αποδυνάμωση και πτώση εν μέσω πολέμου το 1979

Στις 27 Ιουνίου του 1976, οι σχέσεις Ουγκάντας – Ισραήλ περιπλέχθηκαν περισσότερο. Ενα αεροσκάφος της Air France που πετούσε από το Τελ Αβίβ με προορισμό το Παρίσι έπεσε θύμα αεροπειρατείας από Παλαιστινίους του PFLP και Γερμανούς των Επαναστατικών Πυρήνων, που είχαν επιβιβαστεί σε ενδιάμεση στάση στο Ελληνικό. Το αεροσκάφος πέταξε προς τη Βεγγάζη της Λιβύης, όπου ανεφοδιάστηκε και συνέχισε για την Καμπάλα της Ουγκάντας, στο έδαφος της οποίας ανέπτυσσε έντονη δραστηριότητα η παλαιστινιακή PLO. Αίτημα ήταν η απελευθέρωση Παλαιστινίων φυλακισμένων. Οι Ισραηλινοί αρνήθηκαν τη διαπραγμάτευση με τρομοκράτες και οργάνωσαν την υποδειγματική επιχείρηση

«Εντεμπε» της Μοσάντ, απελευθερώνοντας τους Ισραηλινούς ομήρους.

Τελικά, μετά την εισβολή στην Τανζανία, που οδήγησε σε πόλεμο, εν μέσω οικονομικής κατάρρευσης και εσωτερικής αποδυνάμωσής του, ο Αμίν αναγκάστηκε να καταφύγει στη Λιβύη στις 11 Απριλίου του 1979, μετά την κατάληψη της Καμπάλα από τις δυνάμεις του Νυερέρε.

Οπως παρατηρούσαν για την εξουσία του Αμίν οι Αμερικανοί, «αυτό που συμβαίνει στην Ουγκάντα (…) δεν έχει σε τίποτα να κάνει με την αποικιοκρατία, τον εθνικισμό ή με την ιδεολογική διαμάχη Ανατολής και Δύσης, αλλά είναι μόνο ένας ωμός φυλετισμός». Αν και αρχικά υποστηρίχθηκε από τους Βρετανούς, ο Αμίν υπήρξε εχθρικός προς τη Δύση. Παρότι αρχικά συζητούσε με τον δικτάτορα του Κονγκό, Μομπούτου Σέσε-Σέκο, τη δημιουργία μιας ζώνης αντικομμουνιστικών, αντιαραβικών κρατών (Αιθιοπία, Κένυα, Ουγκάντα, Κονγκό) που θα συγκρατούσε τον ριζοσπαστισμό προς τον Νότο, η πολιτική του υπήρξε αποσταθεροποιητική τόσο για την Ανατολική Αφρική όσο και για την αφρικανική ενότητα γενικότερα, καταλήγοντας να εκφράζει τον αραβικό εξτρεμισμό και έναν ακραίο αντισημιτισμό. Για τους Αμερικανούς υπήρξε «ό,τι πιο ριζοσπαστικό, με την έννοια του εξτρεμιστή και όχι του αριστερού», είχε αναδείξει η μετα-αποικιακή Αφρική. Ο Αμίν Νταντά θα έμενε στην ιστορία ως ένας από τους πιο αιμοσταγείς Αφρικανούς δικτάτορες της δεκαετίας του 1970, με το όνομά του δίπλα σε αυτά των Ζαν Μπεντέλ Μποκάσα και Μομπούτου Σέσε-Σέκο.

* Ο κ. Αναστάσιος Πανουτσόπουλος είναι υποψήφιος διδάκτωρ Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στο ΕΚΠΑ.