ΚΟΣΜΟΣ

Οι ΗΠΑ χάνουν τη μάχη των 5G

s21_070719_huawei

Στα τέλη του περασμένου μηνός, ο πρόεδρος Nτόναλντ Τραμπ ρωτήθηκε για τις προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών να παρεμποδίσουν τη Huawei, τον κινεζικό κολοσσό των τηλεπικοινωνιών, από τη δραστηριοποίησή της στις ΗΠΑ και στα συμμαχικά της κράτη σε όλο τον κόσμο.

«Η Huawei είναι κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο», δήλωσε ο Τραμπ, προσθέτοντας ωστόσο πως «είναι πιθανό η κινεζική εταιρεία να συμπεριληφθεί σε μια εμπορική συμφωνία. Αν τελικά τη συνάψουμε, μπορώ να φανταστώ ότι η Huawei θα συμμετάσχει με κάποια μορφή, σε κάποιο σημείο της».

Κατά τη διάρκεια του περασμένου Σαββατοκύριακου, στη σύνοδο του G20 στην Ιαπωνία, ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε να επιλέγει τις εμπορικές συμφωνίες αντί της εθνικής ασφάλειας, αίρoντας την απαγόρευση παροχής υλικού από τις αμερικανικές εταιρείες στον κινεζικό κολοσσό, ευελπιστώντας ότι θα καταφέρει να συνάψει εμπορική συμφωνία με τον πρόεδρο της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ. Χωρίς να δημοσιοποιήσει τις λεπτομέρειες, δήλωσε ότι οι αμερικανικές εταιρείες μπορούν να κάνουν πωλήσεις στη Huawei χωρίς να προκαλέσουν «μεγάλο πρόβλημα εθνικής έκτακτης ανάγκης».

Ο πρόεδρος Τραμπ έκανε την παραπάνω δήλωση παρότι ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο, τους τελευταίους μήνες ταξίδευε σε όλο τον κόσμο, προειδοποιώντας τους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών ότι η Huawei είναι ένας πολύ ουσιώδης κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια. Ταυτόχρονα, τους ζητούσε να «παγώσουν» τις δοσοληψίες τους με την εταιρεία.

Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Μάρκο Ρούμπιο, με ανάρτησή του στο Twitter, χαρακτήρισε την απόφαση Τραμπ να ανατρέψει την αρχική τοποθέτησή του όσον αφορά την κινεζική εταιρεία «καταστροφικό σφάλμα», που «θα καταστρέψει την αξιοπιστία των προειδοποιήσεων της αμερικανικής κυβέρνησης για την απειλή που ενσαρκώνει η εταιρεία. Κανείς δεν πρόκειται να τους ξαναπάρει στα σοβαρά».

Ωστόσο, παρότι ο Τραμπ θεωρεί τη Huawei ταυτόχρονα «επικίνδυνη» αλλά και πιόνι στον εμπορικό πόλεμο, η αλήθεια πιθανώς να είναι εντελώς διαφορετική.

Η Huawei είναι η σημαντικότερη μακροπρόθεσμη απειλή για την επικυριαρχία των ΗΠΑ στο μέλλον της ασύρματης τεχνολογίας. Και οι ΗΠΑ, δυστυχώς, έχουν μείνει πίσω.

Ο,τι και να πράξουν οι ΗΠΑ προκειμένου να περιορίσουν την κινεζική εταιρεία –και η τελευταία στάση του Τραμπ απλώς θα επιταχύνει την ενίσχυσή της– δεν μπορούν να μεταβάλουν το θεμελιώδες πρόβλημα που συγκαλύπτει τη συζήτηση: Οι ΗΠΑ χρειάζονται μια καλή στρατηγική για να οδηγήσουν την υφήλιο στην επόμενη γενιά ασύρματης τεχνολογίας, ένα είδος «προγράμματος Μανχάταν» για το μέλλον της συνδεσιμότητας.

Η ηγέτιδα δύναμη

Επί του παρόντος, καμία αμερικανική εταιρεία δεν κατασκευάζει συσκευές που μεταδίδουν ασύρματα σήματα υψηλής ταχύτητας. Η Huawei είναι σαφώς η ηγέτις του τομέα. Η σουηδική εταιρεία Ericsson έρχεται μακράν δεύτερη και η φινλανδική Nokia είναι τρίτη.

Στην Κίνα, αλλά και στην Ευρώπη, οι κυβερνήσεις έχουν δεσμεύσει φάσμα χαμηλής ζώνης για τα δίκτυα 5G, καθιστώντας ευκολότερη και λιγότερη δαπανηρή την κάλυψη των χωρών με ασύρματη συνδεσιμότητα υψηλής ταχύτητας. Προκειμένου να λειτουργήσει καλύτερα το 5G, χρειάζεται αυτό που οι ειδικοί ονομάζουν «φάσμα χαμηλής ζώνης», επειδή επιτρέπει στα σήματα να ταξιδεύουν ταχύτερα από ό,τι στο ευρυζωνικό φάσμα. Οσο μακρύτερα μπορεί να ταξιδέψει το σήμα, τόσο λιγότερη η υποδομή που πρέπει να αναπτυχθεί. Ωστόσο, αξίζει να υπογραμμιστεί πως στις ΗΠΑ το φάσμα χαμηλής ζώνης έχει δεσμευθεί μόνο για τις ένοπλες δυνάμεις.

Η Google πραγματοποίησε ένα πείραμα τοποθετώντας αναμεταδότες 5G σε 72.735 πύργους και στέγες σπιτιών. Χρησιμοποιώντας φάσμα υψηλής ζώνης, οι αναμεταδότες κάλυψαν μόλις το 11,6% του πληθυσμού των ΗΠΑ σε μια ταχύτητα 100 megabit/δευτερόλεπτο και μόλις 3,9% στο 1 gigabit/δευτερόλεπτο. Αν, ωστόσο, οι ίδιοι αναμεταδότες μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν φάσμα χαμηλής ζώνης το ποσοστό κάλυψης στα 100 megabit/δευτερόλεπτο θα ήταν 57,4% του πληθυσμού και αντιστοίχως στο 1 gigabit/δευτερόλεπτο θα ανερχόταν στο 21,2%.

Μειονέκτημα

Η πραγματικότητα είναι μία. Το φάσμα που έχει απονεμηθεί στις ΗΠΑ για εμπορικές επικοινωνίες 5G καθιστά το συγκεκριμένο δίκτυο σαφώς βραδύτερο αλλά και ακριβότερο από ό,τι οπουδήποτε αλλού. Αυτό αποτελεί ένα σαφές μειονέκτημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Από τη στιγμή που ο πρόεδρος Τραμπ εξέδωσε προεδρικό διάταγμα με το οποίο απαγόρευε την αγορά εξοπλισμού από εταιρείες που συνιστούσαν εθνική απειλή ασφαλείας –μεταξύ των οποίων η Huawei–, απειλήθηκε η ικανότητα των αμερικανικών εταιρειών να επεκτείνουν τα δίκτυα 5G, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές.

Ενώ η κοινή χρήση του φάσματος εγκυμονεί τις δικές της προκλήσεις ασφάλειας, μπορεί να έχει και μερικά σημαντικά πλεονεκτήματα, καθώς μπορεί να επιτρέψει στη στρατιωτική διαδικτυακή δραστηριότητα να μη γίνει αντιληπτή, να κρυφτεί δηλαδή σε κοινή θεά. Επίσης οι αντίπαλοι μπορεί να αποτραπούν από το να δημιουργούν παρεμβολές αφού πιθανώς να χρησιμοποιούν το ίδιο φάσμα.

Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι η Huawei δεν αντιπροσωπεύει έναν κίνδυνο εθνικής ασφάλειας, εφόσον βεβαίως η κινεζική κυβέρνηση τη χρησιμοποιήσει για να κατασκοπεύσει τους αντιπάλους της στο μέλλον. (Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες δεν έχουν προσκομίσει αποδείξεις για τη χρήση των υπολογιστών της γι’ αυτόν τον σκοπό.)

Η κοινή χρήση του φάσματος μπορεί να αποτελέσει μόνο την αρχή. Αυτοί που χαράσσουν πολιτική οφείλουν να κατανοήσουν ότι η «αγορά» στις ΗΠΑ δεν λειτουργεί ως ώφειλε, ιδιαίτερα όταν χώρες όπως η Κίνα υποστηρίζουν εταιρείες σαν τη Huawei.

Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες πρόκειται να εξελιχθούν σε ηγέτιδα δύναμη στον κόσμο, η Ουάσιγκτον οφείλει να σκεφτεί πολύ τα κίνητρα που δίνει στις εταιρείες, όχι μόνο για έρευνα και ανάπτυξη αλλά και για την κατασκευή της τεχνολογίας, που είναι εθνικό μας συμφέρον να ελέγχουμε.

Ο πρόεδρος Τραμπ, στα τέλη Φεβρουαρίου, έγραψε στο Twitter: «Προσδοκώ οι ΗΠΑ να κερδίσουν μέσα από τον ανταγωνισμό και όχι μπλοκάροντας τις πιο προηγμένες τεχνολογίες».

Αυτός είναι ένας στόχος που μπορεί να επιτευχθεί. Απαιτεί, ωστόσο, μια νέα στρατηγική. Πιθανώς να τη διαθέτουμε όταν θα έρθει η ώρα για το 6G. 

Μια έκθεση που δεν έτυχε προσοχής

Τον περασμένο Απρίλιο, μεσούσης της υστερίας για την έκθεση του Ρόμπερτ Μιούλερ, του ειδικού εισαγγελέα που ερευνούσε τη ρωσική παρέμβαση στις αμερικανικές εκλογές, μια άλλη άκρως ανησυχητική κυβερνητική έκθεση δημοσιοποιήθηκε, χωρίς ωστόσο να τύχει της αναγκαίας προσοχής. Συντάκτις της ήταν η Επιτροπή Αμυντικής Πρωτοπορίας, μια ομάδα επιχειρηματιών και ακαδημαϊκών συμβούλων του υπουργείου Αμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών. Kαι ήταν ένα δριμύ κατηγορώ για τις αμερικανικές προσπάθειες όσον αφορά τα δίκτυα 5G. «Η ηγέτιδα δύναμη στα δίκτυα 5G πρόκειται να κερδίσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια μέσα στην επόμενη δεκαετία, δημιουργώντας πολλές θέσεις εργασίας στον τομέα της ασύρματης τεχνολογίας», αναφέρει η έκθεση. «Στη χώρα που θα είναι ηγέτις στα 5G θα ανήκουν πολλές από τις καινοτομίες και αυτή θα καθορίσει τα πρότυπα για τον υπόλοιπο κόσμο», επισημαίνει η επιτροπή και καταλήγει: «Αυτή η χώρα, επί του παρόντος, είναι απίθανό να είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες».