ΚΟΣΜΟΣ

Τραπεζικός δανεισμός στην εποχή των αρνητικών επιτοκίων

xrimata5--3

Στις 5 Ιουνίου του 2014 η ΕΚΤ είχε μειώσει το επιτόκιο δανεισμού για τις καταθέσεις των τραπεζών στην κεντρική τράπεζα στο -0,1%, υιοθετώντας για πρώτη φορά στην ιστορία της αρνητικά επιτόκια δανεισμού. Ακολούθησαν ακόμη τέσσερις μειώσεις, η πιο πρόσφατη στο -0,5%, στις 18 Σεπτεμβρίου 2019.

Αυτό που είναι ξεχωριστό με τη μείωση των επιτοκίων δανεισμού σε αρνητικό έδαφος είναι πως, σε αντίθεση με τις συνηθισμένες μειώσεις, δεν οδηγεί χαμηλότερα όλα τα επιτόκια βραχυπρόθεσμου δανεισμού. Για παράδειγμα, η μείωση των μέσων του 2014 μεταδόθηκε στα βραχυχρόνια δάνεια (Eonia, Euribor τριών μηνών) και δεν οδήγησε σε αρνητικά επιτόκια στις τραπεζικές καταθέσεις. Γενικά, οι τράπεζες επιθυμούν να χαμηλώνουν την απόδοση που προσφέρουν οι τραπεζικές καταθέσεις, αλλά διστάζουν συχνά να προσφέρουν αρνητικά επιτόκια δανεισμού. Μεταξύ τέλους 2013 και τέλους 2014 οι μεγάλες τράπεζες της Ευρωζώνης μείωσαν το επιτόκιο καταθέσεων, αλλά όχι κάτω από το μηδέν τοις εκατό. Ως συνέπεια, οι τράπεζες που έχουν υψηλές καταθέσεις δεν επωφελούνται από το φθηνότερο κόστος χρηματοδότησης με τον τρόπο που το κάνουν οι τράπεζες που χρηματοδοτούνται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις αγορές.

Σε σύγκριση με τις τελευταίες, οι τράπεζες που χρηματοδοτούνται περισσότερο μέσω καταθέσεων βλέπουν μικρότερη μείωση του κόστους χρηματοδότησής τους και συνεπώς μειώνεται η καθαρή τους αξία. Αυτή η μείωση περιορίζει το κίνητρό τους για χορήγηση δανείων και ενδέχεται επίσης να τις ωθήσει σε «κυνήγι αποδόσεων» σε σύγκριση με τράπεζες που έχουν χαμηλότερες καταθέσεις. Σε μελέτη του 2019 ο Johannes Bubeck της Bundesbank παρατηρεί ότι οι τράπεζες με υψηλότερες καταθέσεις αναδιαμορφώνουν το χαρτοφυλάκιο μετοχών και ομολόγων τους όταν γίνονται αρνητικά τα επιτόκια καταθέσεων και στρέφονται σε επενδύσεις που έχουν υψηλότερη απόδοση και υψηλότερο ρίσκο.

Και η αγορά αντιμετωπίζει αυτές τις τράπεζες ως έχουσες υψηλότερο ρίσκο, καθώς αυξάνεται η απόδοση των CDS τους (ασφάλιστρα έναντι κινδύνου χρεοκοπίας), ενώ θεωρεί ότι υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να χρειαστούν κεφαλαιακή ενίσχυση στην περίπτωση που ξεσπάσει χρηματοπιστωτική κρίση. Η έρευνά μας αλλάζει επίσης την άποψη που έχουμε για τον ρόλο των καταθέσεων ως χαρακτηριστικό τραπεζικού επιχειρηματικού μοντέλου. Συνήθως θεωρείς κανείς ότι οι τράπεζες με υψηλές καταθέσεις είναι οι παραδοσιακοί ενδιάμεσοι που χορηγούν τα περισσότερα δάνεια και είναι οι πιο σταθερές. Δυνητικά, τα αρνητικά επιτόκια δανεισμού ενδέχεται να αλλάξουν τον ρόλο αυτών των τραπεζών ως βασικού δανειστή της πραγματικής οικονομίας.

* Ο κ. Florian Heider είναι σύμβουλος στη Γενική Διεύθυνση Ερευνών της ΕΚΤ.
** Ο κ. Farzad Saidi είναι βοηθός καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης.
*** Ο κ. Glenn Schepens είναι οικονομολόγος της ΕΚΤ.