ΚΟΣΜΟΣ

Γκρίζες προοπτικές για την πράσινη συμφωνία της Ε.Ε.

gkat_02_2812_page_1_image_0006

Μπορεί η Ευρώπη να ηγηθεί της πορείας προς μία διεθνή οικονομία χαμηλών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου; Διαθέτει την απαραίτητη εσωτερική συνοχή στα κρίσιμα και σύνθετα ζητήματα που εμπλέκονται στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής; Και έχει το περιθώριο να κινηθεί μονομερώς, όταν οι ΗΠΑ (σε ομοσπονδιακό τουλάχιστον επίπεδο) κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση και η Κίνα εξακολουθεί να επενδύει μαζικά στον άνθρακα;

Στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής (12-13 Δεκεμβρίου), τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. συμφώνησαν κατ’ αρχάς στον στόχο των μηδενικών εκπομπών έως το 2050, αλλά υπήρχε ένας αστερίσκος: «Ενα κράτος-μέλος, σε αυτό το στάδιο, δεν μπορεί να δεσμευθεί στην εφαρμογή αυτού του στόχου σε ό,τι το αφορά, και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα επανέλθει σε αυτό τον Ιούνιο του 2020». Το εν λόγω κράτος-μέλος είναι η Πολωνία, η πέμπτη πολυπληθέστερη χώρα των «27», το 80% της ηλεκτροπαραγωγής της οποίας προέρχεται από την καύση λιγνίτη και άλλων μορφών άνθρακα. Η στάση της πολωνικής κυβέρνησης σημαίνει ότι ο ισχυρισμός του ανακοινωθέντος της συνόδου πως «το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εγκρίνει τον στόχο μιας κλιματικά ουδέτερης Ε.Ε. ώς το 2050» είναι μάλλον αμφισβητήσιμος. Ακόμα και χωρίς την Πολωνία, η συμφωνία μεταξύ των υπολοίπων δεν επετεύχθη καθόλου εύκολα. Χώρες της Ανατολικής Ευρώπης απαίτησαν χρηματοδοτικές και άλλες εγγυήσεις για να δεχθούν να υιοθετήσουν τον στόχο. Η Τσεχία και η Ουγγαρία πείστηκαν μόνο αφού ορίστηκε ότι η πυρηνική ενέργεια θα μπορεί να αποτελεί μέρος του ενεργειακού μείγματος των μηδενικών εκπομπών.

Εν τω μεταξύ, η Κίνα, με διαφορά η χώρα με τις μεγαλύτερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στον πλανήτη (πάνω από ¼ των συνολικών παγκόσμιων εκπομπών), φαίνεται ότι απέχει πολύ από το να είναι έτοιμη να εγκαταλείψει τον άνθρακα. Σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύθηκε στα τέλη Νοεμβρίου από την οργάνωση Global Energy Monitor, η ασιατική υπερδύναμη βρίσκεται στη διαδικασία κατασκευής εργοστασίων ηλεκτροπαραγωγής με τη χρήση άνθρακα συνολικής ισχύος 148 GW – περισσότερο από το σύνολο της εγκατεστημένης ισχύος σήμερα στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Η αύξηση εγκατεστημένης ισχύος στην Κίνα είναι σημαντικά μεγαλύτερη, σε ετήσια βάση, από τη μείωση που καταγράφεται στον υπόλοιπο κόσμο με το κλείσιμο τέτοιων εργοστασίων.

Παράλληλα, τον περασμένο Νοέμβριο οι ΗΠΑ –η δεύτερη μεγαλύτερη πηγή αερίων του θερμοκηπίου– ειδοποίησαν τον ΟΗΕ ότι ξεκινούν τη διαδικασία απόσυρσης από τη  Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα. Η κυβέρνηση Τραμπ, επικαλούμενη τα «άδικα οικονομικά βάρη» που η συμφωνία επιβάλλει στην αμερικανική οικονομία, έθεσε και επισήμως τη χώρα σε διαδικασία εξόδου, η οποία θα ολοκληρωθεί μία μέρα μετά τις προεδρικές εκλογές του 2020.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας (IEA), οι παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου αυξήθηκαν για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά το 2018, μετά μία περίοδο στασιμότητας λίγων ετών. Αν δεν ληφθούν δραστικά μέτρα άμεσα, σημειώνεται στη σχετική έκθεση, οι συνολικές εκπομπές της παγκόσμιας οικονομίας θα συνεχίσουν να αυξάνονται ώς το 2040, ενώ ο στόχος των μηδενικών εκπομπών δεν θα επιτευχθεί πριν από το 2070. Αν τα πράγματα εξελιχθούν έτσι θα είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να επιτευχθεί ο κεντρικός στόχος που τέθηκε στο Παρίσι, του περιορισμού της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας κάτω από 2 βαθμούς Κελσίου σε σύγκριση με την έναρξη της Βιομηχανικής Επανάστασης.

Η Ευρώπη βρίσκεται ξεκάθαρα στην πρωτοπορία της διεθνούς εκστρατείας κατά της κλιματικής αλλαγής – και η νέα ελληνική κυβέρνηση δείχνει διατεθειμένη να βρεθεί στην πρώτη γραμμή του αγώνα, με τη δέσμευσή της για απολιγνιτοποίηση της ηλεκτροπαραγωγής της χώρας ώς το 2023 (ο αρμόδιος υπουργός Κ. Χατζηδάκης τόνισε προ ημερών τη σημασία οι περιοχές που θα πετύχουν τον στόχο αυτό να ανταμειφθούν από το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης της Ε.Ε.). Οι προκλήσεις, ωστόσο, στο εσωτερικό αλλά και από τρίτες χώρες που επιδιώκουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα από τη χρήση των ρυπογόνων ορυκτών καυσίμων, είναι τεράστιες. Ενα μέτρο το οποίο σχεδιάζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την αντιμετώπιση του περιβαλλοντικά αθέμιτου ανταγωνισμού είναι η λεγόμενη «διασυνοριακή προσαρμογή άνθρακα» – ένας φόρος που θα επιβάλλεται σε εισαγωγές από χώρες με πιο χαλαρούς περιορισμούς στην καύση άνθρακα. Ο νέος φόρος, ωστόσο, που αναμένεται να επιβληθεί από το 2021, πρόκειται να αντιμετωπίσει σωρεία νομικών, οικονομικών και πολιτικών εμποδίων. Ο δρόμος προς την πράσινη ουτοπία δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα.