ΚΟΣΜΟΣ

Η ένταξη της Βρετανίας στην ΕΟΚ

Η ένταξη της Βρετανίας στην ΕΟΚ

We are with Europe, but not of it. We are linked, but not compromised. We are interested and associated, but not absorbed». Με αυτά τα λόγια, που παραµένουν επίκαιρα µέχρι και σήµερα, περιέγραφε το µακρινό 1930 ο Ουίνστον Τσώρτσιλ τη σχέση µεταξύ της Βρετανίας και της ηπειρωτικής Ευρώπης. Αντιλαµβανόµενοι τη χώρα τους ως αυτόνοµη παγκόσµια δύναµη, οι Βρετανοί ιθύνοντες τηρούσαν πάντα αποστάσεις από τις ευρωπαϊκές υπερεθνικές πρωτοβουλίες και ευνοούσαν µόνο τη διακυβερνητική συνεργασία µε τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τι µεσολάβησε όµως µέχρι τη βόρεια διεύρυνση της ΕΟΚ το 1973, όταν η Βρετανία µαζί µε τη ∆ανία και την Ιρλανδία εντάχθηκαν επίσηµα στην Κοινότητα, δηµιουργώντας πια την Ευρώπη των Εννέα; Λόγω της οικονοµικής εξάρτησής τους από τη βρετανική αγορά, η Ιρλανδία, η ∆ανία αλλά και η Νορβηγία ακολουθούσαν πιστά τα κελεύσµατα της βρετανικής πολιτικής απέναντι στην Ευρώπη. Ετσι, η εξέλιξη των ευρωβρετανικών σχέσεων αποτέλεσε τον καταλύτη για την πρώτη διεύρυνση της ΕΟΚ.

Η ευρωπαϊκή ενοποίηση και οι φόβοι του Λονδίνου

i-entaxi-tis-vretanias-stin-eok0
Οι ηγέτες της ΕΟΚ σε συνέντευξη Τύπου τον Οκτώβριο του 1972. Η συνθήκη ένταξης των τριών νέων µελών, Βρετανίας, Ιρλανδίας, ∆ανίας, τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1973. ASSOCIATED PRESS

Αν και η Βρετανία εξήλθε από τη λαίλαπα του ∆ευτέρου Παγκοσµίου Πολέµου µε την οικονοµία της σοβαρά τραυµατισµένη, η προσδοκία της να συνεχίσει να παίζει σηµαντικό ρόλο στη διεθνή σκηνή απέτρεπε οποιαδήποτε συµµετοχή της στην ενοποιούµενη ∆υτική Ευρώπη. Τίποτα δεν συνοψίζει καλύτερα τις προτεραιότητες της µεταπολεµικής βρετανικής πολιτικής όσο ο γνωστός λόγος «των τριών κύκλων» που εκφώνησε ο Τσώρτσιλ ως αρχηγός της αντιπολίτευσης το 1948. Σύµφωνα µε αυτόν, η Βρετανία θα µπορούσε να διατηρήσει τον παγκόσµιο ρόλο της αν διαχειριζόταν σωστά την κεντρική θέση που κατείχε στο σηµείο συνάντησης των τριών «κύκλων» που αποτελούσαν τον δυτικό κόσµο: τη Βρετανική Κοινοπολιτεία, την ειδική σχέση µε τις ΗΠΑ µέσω της οποίας προσδοκούσε να υπολογίζεται ως τρίτη δύναµη µεταξύ των δύο υπερδυνάµεων στον Ψυχρό Πόλεµο και τέλος την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Είναι φανερό ότι η τελευταία εθεωρείτο ο πιο αδύναµος κρίκος της αλυσίδας από τους Βρετανούς ιθύνοντες, οι οποίοι ποτέ δεν σκέφτηκαν σοβαρά µέσα στη δεκαετία του 1950 να αποδεχθούν την αρχή της υπερεθνικότητας που ήταν το θεµέλιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ετσι, η κριτική ότι οι συντηρητικές κυβερνήσεις της δεκαετίας του 1950 έχασαν την ευκαιρία να «προλάβουν το λεωφορείο» δεν ευσταθεί, καθώς ούτε το ήθελαν ούτε αυτό ήταν συµβατό µε τις αντιλήψεις τους για τον ρόλο της χώρας στον κόσµο. Παρ’ όλα αυτά, ενώ δροµολογείτο η ίδρυση της ΕΟΚ, οι Βρετανοί αισθάνθηκαν τον κίνδυνο αποκλεισµού της βρετανικής αγοράς από µια ευρωπαϊκή τελωνειακή ένωση και πρότειναν τη δηµιουργία µιας διευρυµένης ζώνης ελεύθερου εµπορίου, η οποία συνάντησε την άρνηση της Γαλλίας του Σαρλ ντε Γκωλ. Ετσι, µην έχοντας άλλη επιλογή, η Βρετανία ίδρυσε το 1959 µαζί µε άλλες έξι ευρωπαϊκές χώρες που δεν συµµετείχαν στην ΕΟΚ την Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελευθέρων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ). Αν και η φύση της ΕΖΕΣ ήταν ανταγωνιστική ως προς την ΕΟΚ, ο οργανισµός αυτός δεν υπήρξε ποτέ αυτοσκοπός για τους Βρετανούς. Λειτούργησε περισσότερο ως γέφυρα για να εξασφαλιστεί στο µέλλον ένας ευνοϊκός διακανονισµός µε την ΕΟΚ που θα έλυνε την εµπορική αντιπαράθεση.

Η πρώτη αίτηση ένταξης από τον Μακµίλαν το 1961

Μόλις δύο χρόνια µετά την ίδρυση της ΕΖΕΣ, το 1961, η συντηρητική κυβέρνηση του Χάρολντ Μακµίλαν έκανε αίτηση ένταξης στην ΕΟΚ ακολουθούµενη αµέσως από τη ∆ανία, τη Νορβηγία και την Ιρλανδία. Προφανώς υπήρχαν σηµαντικοί οικονοµικοί παράγοντες που οδήγησαν σε αυτή την απόφαση: πρώτον, η ανάγκη να διασφαλιστεί η πρόσβαση των βρετανικών εξαγωγικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά, η οποία είχε γίνει τώρα πιο σηµαντική από αυτή των χωρών της Κοινοπολιτείας και δεύτερον, οι περιορισµένοι ρυθµοί ανάπτυξης της βρετανικής οικονοµίας και οι συνεχείς κρίσεις της στερλίνας, στοιχεία που προκαλούσαν ανησυχία για το µέλλον, την ίδια στιγµή που οι χώρες της ΕΟΚ εµφάνιζαν υψηλούς ρυθµούς ανάπτυξης και πιο υγιείς οικονοµίες. Η ένταξη στην ΕΟΚ θα έδινε νέες οικονοµικές προοπτικές, ενώ ταυτόχρονα θα βοηθούσε να λυθούν θεµελιώδη δοµικά προβλήµατα που κρατούσαν πίσω τη βρετανική οικονοµία. Οµως, η βασική λογική πίσω από την επιδίωξη της ένταξης ήταν πολιτική. Οι Βρετανοί ιθύνοντες είχαν πλέον πειστεί ότι µόνο µέσω της ΕΟΚ θα µπορούσε η χώρα να διατηρήσει το status της µεγάλης δύναµης. Σε αυτό το συµπέρασµα συνέτειναν διάφοροι παράγοντες. Λόγω της αποαποικιοποίησης, η Κοινοπολιτεία ήταν δύσκολο να ελεγχθεί πολιτικά, ενώ είχε µειωθεί και η οικονοµική αξία της, αφού τα νέα ανεξάρτητα κράτη αναζητούσαν πολλές φορές αλλού τον οικονοµικό προσανατολισµό τους. Επίσης, η «ειδική σχέση» µε τις ΗΠΑ φαινόταν να απειλείται από την οικονοµική και πολιτική δύναµη της ΕΟΚ, η οποία θα µπορούσε να αντικαταστήσει τη Βρετανία ως προνοµιακός εταίρος της υπερδύναµης, ενώ οι Αµερικανοί ευνοούσαν τη συµµετοχή της Βρετανίας στα ευρωπαϊκά υπερεθνικά σχήµατα για στρατηγικούς λόγους. Ετσι, µε τους δύο «κύκλους» της βρετανικής πολιτικής σε αβεβαιότητα, η πολιτική επιρροή της χώρας θα µπορούσε να διασωθεί µόνο µε την ανάληψη της ηγεσίας της ΕΟΚ, κάτι που οι Βρετανοί ιθύνοντες ήλπιζαν ότι λίγο πολύ θα συνέβαινε αυτόµατα. Εποµένως, η ευρωπαϊκή στροφή της Βρετανίας δεν ήταν ζήτηµα επιλογής, αλλά ζήτηµα αναγκαιότητας και έλλειψης εναλλακτικών, κάτι που εξηγεί την έλλειψη θετικής δέσµευσης της χώρας στην ευρωπαϊκή ενοποίηση µέχρι και σήµερα.

∆ύο βέτο κατά Βρετανίας από τον στρατηγό Ντε Γκωλ

i-entaxi-tis-vretanias-stin-eok1
Ενα τεράστιο πανό υπέρ του «Ναι» σε δρόµο της Κοπεγχάγης λίγες ηµέρες πριν από το δηµοψήφισµα για την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ. ASSOCIATED PRESS

Η µερική δυσπιστία µε την οποία αντιµετώπισαν τη βρετανική αίτηση οι Ευρωπαίοι επιβεβαιώθηκε από τις υπερβολικές παραχωρήσεις που ζητούσαν οι Βρετανοί κατά τη διάρκεια των πρώτων διαπραγµατεύσεων, ειδικά σε σχέση µε την Κοινοπολιτεία και την ΕΖΕΣ. Αν και µέσα στο 1962 υπήρχε αισιοδοξία για επιτυχή κατάληξη των διαπραγµατεύσεων, τον Ιανουάριο του 1963 ο Ντε Γκωλ ανακοίνωσε µονοµερώς σε συνέντευξη Τύπου ότι η Βρετανία δεν ήταν έτοιµη να ενταχθεί στην Κοινότητα λόγω του εντελώς διαφορετικού της προσανατολισµού σε σχέση µε αυτόν των ηπειρωτικών ευρωπαϊκών χωρών, βάζοντας ουσιαστικά τέλος στη βρετανική υποψηφιότητα. Η δεύτερη αίτηση ένταξης της Εργατικής κυβέρνησης Ουίλσον το 1967 είχε και αυτή την ίδια τύχη. Τα βέτο του Ντε Γκωλ προκάλεσαν σηµαντικούς τριγµούς εντός της ΕΟΚ βαθαίνοντας περισσότερο την κρίση που περνούσε η Κοινότητα στα µέσα της δεκαετίας του 1960. Ωστόσο, η στάση του Γάλλου προέδρου δεν είχε να κάνει τόσο µε το ζήτηµα της διακυβερνητικής ή υπερεθνικής φύσης της Κοινότητας όσο µε θέµατα εξωτερικής πολιτικής. Ο Ντε Γκωλ έβλεπε τη βρετανική ένταξη ως πρόκληση απέναντι στη γαλλική ηγεσία, ενώ θεωρούσε τη Βρετανία «∆ούρειο Ιππο» των Αµερικανών, των οποίων την επιρροή προσπαθούσε να περιορίσει στα ευρωπαϊκά θέµατα και να εξασφαλίσει έτσι µια διακριτή θέση για τη Γαλλία και την ΕΟΚ στον Ψυχρό Πόλεµο. Οσο ο Στρατηγός παρέµενε στην προεδρία δεν υπήρχε καµιά πιθανότητα για τη βρετανική ευρωπαϊκή προοπτική.

Η ∆ιάσκεψη της Χάγης ανοίγει τον δρόµο

i-entaxi-tis-vretanias-stin-eok2
Ο πρωθυπουργός της Νορβηγίας Τρίγκβε Μπρατέλι παραιτήθηκε µετά το απορριπτικό δηµοψήφισµα στη χώρα του.

Τον Απρίλιο του 1969 ο Ντε Γκωλ αποσύρθηκε από την πολιτική και ο διάδοχός του, Ζορζ Ποµπιντού, αν και ακόµα επιφυλακτικός προς τη Βρετανία, αποδέχθηκε την προοπτική της διεύρυνσης, αποσπώντας ταυτόχρονα υποχωρήσεις από τα υπόλοιπα µέλη της ΕΟΚ σε άλλα κοινοτικά ζητήµατα. Το ότι η διεύρυνση ήταν η προτεραιότητα της ΕΟΚ επιβεβαιώθηκε και στην ιστορική διάσκεψη κορυφής της Χάγης τον ∆εκέµβριο του 1969, όπου ελήφθησαν σηµαντικές αποφάσεις για την εµβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης και άνοιξε ο δρόµος για την ένταξη των τεσσάρων υποψηφίων χωρών στην Κοινότητα. Οι διαπραγµατεύσεις διήρκεσαν περίπου έναν χρόνο και τον Ιανουάριο του 1972 υπεγράφη η Συνθήκη Ενταξης της Βρετανίας, ∆ανίας, Νορβηγίας και Ιρλανδίας. Στη ∆ανία και στην Ιρλανδία διενεργήθηκαν δηµοψηφίσµατα που µε συντριπτική πλειοψηφία ενέκριναν τη συνθήκη, ενώ στη Νορβηγία η αντιπαράθεση για τη συµµετοχή της χώρας στην Κοινότητα δίχασε την κοινωνία και κορυφώθηκε µε το δηµοψήφισµα του 1972, στο οποίο η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας απορρίφθηκε οριακά µε ποσοστό 53%. Στη Βρετανία, η ασυνήθιστα φιλοευρωπαϊκή συντηρητική κυβέρνηση του Εντουαρντ Χιθ κατάφερε να περάσει από το Κοινοβούλιο τη συµφωνία ένταξης που είχε διαπραγµατευθεί. Παρ’ όλα αυτά, όταν ο Εργατικός Χάρολντ Ουίλσον επέστρεψε στην πρωθυπουργία, διενήργησε δηµοψήφισµα το 1975, στο οποίο οι Βρετανοί πολίτες τάχθηκαν υπέρ της παραµονής της χώρας στην ΕΟΚ. Ωστόσο, οι µη ρεαλιστικές προσδοκίες των Βρετανών ιθυνόντων από την ΕΟΚ, η εκµετάλλευση του ζητήµατος για µικροπολιτικούς σκοπούς και βραχυπρόθεσµα οφέλη από τις βρετανικές κυβερνήσεις και η πολιτισµική απόσταση της κοινωνίας και της ιθύνουσας τάξης από την ηπειρωτική ευρωπαϊκή πολιτική κουλτούρα θα οδηγούσαν σε µια δύσκολη σχέση µε την Ευρώπη, της οποίας τα αποτελέσµατα βλέπουµε σήµερα.

* Ο κ. Ιωάννης Χάλκος είναι υποψήφιος διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας στο European University Institute.