ΚΟΣΜΟΣ

Ο πόλεμος Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα πλήξει τον ίδιο

Ο πόλεμος Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα πλήξει τον ίδιο

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ. Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχτισε την πολιτική του καριέρα πάνω σε μια καταιγιστική εκστρατεία εμπρηστικών μηνυμάτων μέσω Twitter, άνοιξε πόλεμο στο αγαπημένο του μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Αφορμή στάθηκε η απόφαση της διοίκησης του Twitter να συνοδεύσει ανάρτηση του προέδρου εναντίον της επιστολικής ψήφου με προειδοποίηση προς τους χρήστες για την ανακρίβεια των ισχυρισμών του.

Το προεδρικό διάταγμα που υπέγραψε ο Τραμπ την Πέμπτη δίνει τη δυνατότητα να αρθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, η νομική ασυλία μέσων όπως το Facebook, το Twitter και το Google. Αυτό σημαίνει ότι, αν εμφανιστούν στις εν λόγω πλατφόρμες αναληθείς ή δυσφημιστικές αναρτήσεις, θα μπορούν να διωχθούν ποινικά όχι οι χρήστες που τις ανέβασαν, αλλά οι ίδιες οι εταιρείες.

Ωστόσο το αμφιλεγόμενο αυτό διάταγμα μπορεί να λειτουργήσει ως μπούμερανγκ για τον πρόεδρο. Ελλείψει δικαστικής θωράκισης, οι εταιρείες μπορεί να υποχρεωθούν σε πιο επιθετικές πολιτικές λογοκρισίας μηνυμάτων που υπερβαίνουν τα όρια – όπως όχι σπάνια συμβαίνει με τις αναρτήσεις του προέδρου.

Φυσικά, ο Τραμπ δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο. Εκείνο που θέλει είναι να έχει την ελευθερία να δημοσιεύει οτιδήποτε του κατέβει χωρίς οι εταιρείες να έχουν οποιαδήποτε παρέμβαση στα μηνύματά του, όπως έκανε το Twitter την περασμένη εβδομάδα. Εξοργισμένος για την υποτιθέμενη «λογοκρισία» εις βάρος του –αν και το Twitter δεν διέγραψε το μήνυμά του, απλώς το συνόδευε με προειδοποίηση για την ανακρίβειά του– ο πρόεδρος υπέγραψε το διάταγμα για να εκφοβίσει τις πλατφόρμες και να τις υποχρεώσει να υποχωρήσουν.

Αυτό, όμως, δεν είναι καθόλου βέβαιο. Πλήθος νομικών συμμερίζεται την άποψη ότι το προεδρικό διάταγμα δεν έχει νομική ισχύ, καθώς συγκρούεται με νόμο που ψήφισε το 1996 το Κογκρέσο για τις διαδικτυακές επικοινωνίες και ότι είναι πολύ πιθανό πως θα καταρριφθεί στα δικαστήρια.

Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι ο Τραμπ επιτίθεται στο νομικό καθεστώς το οποίο του έδωσε τη δυνατότητα να κοινοποιεί ατιμώρητα έναν τεράστιο όγκο εμπρηστικών, αναληθών και δυσφημιστικών μηνυμάτων επί σειράν ετών. Οι ιδιοκτήτες της πλατφόρμας μπορεί να γίνουν πολύ αυστηρότεροι και να κατεβάζουν τα μηνύματά του, από τη στιγμή που δεν θα απολαμβάνουν πλέον νομική ασυλία για το περιεχόμενο των αναρτήσεων.

Με περίπου 80 εκατομμύρια ακολούθους στο Twitter, ο πρόεδρος δεν δείχνει την παραμικρή έγνοια για τον έλεγχο των πραγματικών γεγονότων. Πρόσφατα κατηγόρησε τον τηλεοπτικό παραγωγό του MSNBC, Τζο Σκάρμπορο, για τη δολοφονία συνεργάτιδός του το 2001, όταν ήταν βουλευτής. Τη στιγμή του φόνου ο Σκάρμπορο βρισκόταν 800 μίλια μακριά και η αστυνομία δεν βρήκε καμία ένδειξη ενοχής του. Ο χήρος της συνεργάτιδος του Σκάρμπορο ζήτησε από τον Τραμπ να κατεβάσει την επίμαχη ανάρτηση, αλλά εκείνος τον αγνόησε.

Η σύγχρονη Αγορά

Ο Τραμπ και οι Ρεπουμπλικανοί σύμμαχοί του ισχυρίζονται ότι οι πλατφόρμες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης κάνουν διακρίσεις εις βάρος των Συντηρητικών και χρειάζεται να χαλιναγωγηθούν. Αν και πρόκειται για ιδιωτικές εταιρείες, ο πρόεδρος και οι σύμμαχοί του τονίζουν ότι έχουν εξελιχθεί στη σύγχρονη Αγορά, τη δημόσια σφαίρα που είχαν υπόψη τους οι πατέρες του έθνους όταν θέσπιζαν την Πρώτη Τροπολογία για την ελευθερία της έκφρασης. Επομένως, οι εν λόγω πλατφόρμες δεν νομιμοποιούνται να παρεμβαίνουν υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς.

«Αν το Twitter θέλει να λειτουργεί ως εκδότης και να λογοκρίνει ή να σχολιάζει αναρτήσεις χρηστών, τότε δεν μπορεί να απολαμβάνει ειδικού καθεστώτος νομική προστασία», τόνισε ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τζος Χόλεϊ.

Ωστόσο, ορισμένοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι το προεδρικό διάταγμα είναι ανεφάρμοστο. «Δεν πρόκειται να λειτουργήσει», εκτιμά η Τζέσικα Ρόζενγουορσελ, μέλος της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών (FCC). «Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να απογοητεύουν. Αλλά ένα προεδρικό διάταγμα το οποίο θα μετατρέψει τη FCC σε λογοκριτικό σώμα του Λευκού Οίκου, σίγουρα δεν είναι η λύση», προσθέτει. «Είναι η στιγμή να υψώσουν το ανάστημά τους στην Ουάσιγκτον υπέρ της Πρώτης Τροπολογίας. Η Ιστορία δεν θα είναι ευγενική με όσους σιωπήσουν».

Από την πλευρά του, ο Πάτρικ Χέτζερ από το Competitive Enterprise Institute δήλωσε: «Οι Συντηρητικοί πρέπει να εκτιμήσουν ότι τα κοινωνικά δίκτυα ενδυνάμωσαν πάρα πολλές φωνές στη δεξιά πλευρά του φάσματος και τους επέτρεψαν να αποκτήσουν εκατομμύρια ανθρώπους που τους ακολουθούν. Συμψηφίζοντας κέρδη και ζημίες, το τελικό αποτέλεσμα των μέσων αυτών είναι συντριπτικά θετικό».