ΚΟΣΜΟΣ

Οι διαδηλωτές έχουν δίκαια αιτήματα

capture--6
papadopoulos-usa

Στην πολυετή καριέρα του ο Τζον Τουνχάιμ, επικεφαλής ομοσπονδιακός δικαστής στο Περιφερειακό Δικαστήριο της Μινεσότα, έχει αντιμετωπίσει αρκετές υποθέσεις άσκησης υπέρμετρης αστυνομικής βίας. «Ορισμένες ήταν πολύ χειρότερες από άλλες», λέει λακωνικά ξεκαθαρίζοντας ότι λόγω της θέσης του δεν μπορεί να μιλήσει λεπτομερώς για αυτές. Ωστόσο δεν αφήνει ασχολίαστη την ανθρωποκτονία του Αφροαμερικανού Τζορτζ Φλόιντ στα χέρια λευκών αστυνομικών. Συνέβη στην πόλη του και προκάλεσε κύμα διαδηλώσεων κατά του ρατσισμού και της αστυνομικής αυθαιρεσίας σε ολόκληρη τη χώρα.

«Το βίντεο είναι φρικιαστικό», λέει σε συνέντευξή του στην «Κ» ο έμπειρος δικαστικός για τη σκηνή του φόνου που καταγράφηκε με κινητά τηλέφωνα και έκανε τον γύρο του κόσμου. «Προφανώς και πονάει όποιος το βλέπει. Είναι εμφανές ότι τον αντιμετώπισαν άσχημα. Δεν έπρεπε να είχε συμβεί ποτέ. Και δεν εκπλήσσει ότι οι πολίτες αντέδρασαν και διαμαρτύρονται».

Ο Τουνχάιμ προτάθηκε για τη θέση του ομοσπονδιακού δικαστή το 1995 από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον. Υπήρξε επικεφαλής ειδικής επιτροπής για τον αποχαρακτηρισμό απόρρητων εγγράφων της CIA σχετικά με τη δολοφονία του Τζον Κένεντι και τάχθηκε υπέρ της δημοσιοποίησής τους για να διαλυθούν οι όποιες θεωρίες συνωμοσίας παρέμεναν ζωντανές. Το 2017 έθεσε σε ισχύ ένα πιλοτικό πρόγραμμα αποριζοσπαστικοποίησης αποφυλακισθέντων οι οποίοι είχαν καταδικαστεί για υποθέσεις τρομοκρατίας. Σκοπός είναι να μην υποτροπιάσουν. Για να επιτύχει την απαγκίστρωσή τους από το μίσος και τον φανατισμό συνεργάστηκε με ειδικούς που είχαν εφαρμόσει αντίστοιχες μεθόδους σε πρώην νεοναζί στη Γερμανία. Η αστυνομική βία όμως στη Μινεσότα είναι ένα ζήτημα που φτάνει συχνά στα έδρανά του.

«Οι περισσότερες από τις υποθέσεις που είχαμε ήταν αγωγές για αποζημίωση. Τα ίδια τα θύματα ή οι οικογένειές τους είχαν προσφύγει στη Δικαιοσύνη γιατί παραβιάζονταν συνταγματικά τους δικαιώματα. Είναι δύσκολες υποθέσεις αυτές. Οι δικηγόροι υπεράσπισης υποστηρίζουν ότι οι αστυνομικοί καλούνται να πάρουν δύσκολες αποφάσεις χωρίς πολύ χρόνο για σκέψη. Ωστόσο υπήρξαν ορισμένες σημαντικές δικαστικές αποφάσεις και αποζημιώσεις για τα θύματα, όχι μόνο στη Μινεσότα, αλλά και σε άλλα μέρη της χώρας», αναφέρει ο 66χρονος Τουνχάιμ. Το 2018 συμμετείχε στη σύνθεση δικαστηρίου που αναγνώρισε ότι ένας Αμερικανός πολίτης και ο 6χρονος γιος του εμφάνισαν μετατραυματική διαταραχή έπειτα από αστυνομικό έλεγχο στο όχημά τους. Οι αστυνομικοί είχαν προτάξει το όπλο τους και ο ένας σημάδεψε τον πατέρα στο κεφάλι, χωρίς καμία προφανή αιτία.

Οπως επισημαίνει ο Τουνχάιμ, ο ίδιος δεχόταν να φτάσουν στο ακροατήριο οι περισσότερες από τις καταγγελίες αστυνομικής αυθαιρεσίας που κατέληγαν στα χέρια του. Επειτα οι ένορκοι έκριναν κάθε υπόθεση βάσει των διαθέσιμων στοιχείων και μαρτυριών. Τονίζει πάντως ότι είναι δύσκολο να καταδικαστεί ένας αστυνομικός στις ΗΠΑ για δολοφονία. Ενας από τους λόγους είναι η «πιστοποιημένη ασυλία» («qualified immunity»), η οποία παρέχεται από τον νόμο σε αστυνομικούς για αποφάσεις που παίρνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

«Δύσκολες υποθέσεις»

«Ενας αστυνομικός στη Μινεάπολη καταδικάστηκε πέρυσι για τη δολοφονία μιας γυναίκας. Σταδιακά βλέπουμε και σε άλλα μέρη της χώρας να λαμβάνονται παρόμοιες αποφάσεις. Ενορκοι κρίνουν ότι κάποιοι αστυνομικοί ξεπέρασαν τα όρια. Είναι δύσκολες αυτές οι υποθέσεις αλλά πρέπει να δικάζονται», λέει ο Τουνχάιμ.

Αναφέρεται στην περυσινή καταδίκη του αστυνομικού Μοχάμεντ Νουρ σε κάθειρξη 12,5 ετών για τη δολοφονία άοπλης γυναίκας το 2017 στη Μινεάπολη. Και εκείνο το περιστατικό προκάλεσε διαμαρτυρίες, οδήγησε σε παραίτηση τον τότε αρχηγό της αστυνομίας και η οικογένεια του θύματος έλαβε αποζημίωση 20 εκατ. δολαρίων.

Υπήρξε, όμως, και αντίλογος. Ο Νουρ, Αμερικανός πολίτης σομαλικής καταγωγής, ήταν ο πρώτος αστυνομικός στη Μινεσότα ο οποίος καταδικαζόταν για ανθρωποκτονία εν ώρα υπηρεσίας έπειτα από πολλές δεκαετίες. Τα στοιχεία ήταν ξεκάθαρα εναντίον του, ωστόσο θεωρήθηκε από μερίδα της τοπικής κοινωνίας ότι ένας λευκός αστυνομικός στη θέση του δεν θα είχε αντίστοιχη ποινική μεταχείριση.

Ο Τουνχάιμ υποστηρίζει ότι στην πλειονότητά τους οι αστυνομικοί στις ΗΠΑ είναι καλά εκπαιδευμένοι. Θεωρεί πάντως ότι η όλο και πιο συχνή χρήση καμερών σώματος από τους αστυνομικούς θα βοηθήσει στη διαλεύκανση παρόμοιων υποθέσεων. «Η αστυνομία της Μινεάπολης δεν εκπαιδεύει τα μέλη της σε αυτή την τεχνική ακινητοποίησης, με το γόνατο να ασκεί πίεση στον λαιμό. Είναι μια ενέργεια που γίνεται μόνο σε περίπτωση μεγάλου κινδύνου και είναι προφανές ότι αυτό δεν υπήρξε στην υπόθεση του Φλόιντ», λέει. Επισημαίνει ακόμη την υποχρέωση των αστυνομικών να αντιδρούν όταν βλέπουν συναδέλφους τους να παρεκτρέπονται. «Πρέπει να σταματούν όποιον χάνει την ψυχραιμία του, ξεπερνάει τα όρια και βλάπτει κάποιον πολίτη», αναφέρει.

Πέρα από τον Ντέρεκ Σόβιν, που κατηγορείται για την ανθρωποκτονία του Τζορτζ Φλόιντ, κατηγορίες για συναυτουργία απαγγέλθηκαν και στους άλλους τρεις αστυνομικούς οι οποίοι ήταν παρόντες στο περιστατικό.

«Η χρήση υπέρμετρης δύναμης από την αστυνομία, ειδικά απέναντι σε μειονότητες, είναι ένα ζήτημα στο οποίο πρέπει όλοι να εστιάσουμε και να το λάβουμε σοβαρά υπόψη», λέει ο Τουνχάιμ. «Οι διαδηλωτές έχουν δίκιο όταν λένε ότι κάτι πρέπει να γίνει, ότι δεν μπορεί να συμβαίνουν τα ίδια ξανά και ξανά. Οι αρμόδιοι αξιωματούχοι πρέπει όσο πιο γρήγορα γίνεται να δουν εάν χρειάζεται καλύτερη εκπαίδευση, άλλη τακτική στις προσλήψεις αστυνομικών, ή να διασφαλίζεται ότι όσοι διαπράττουν παρόμοια εγκλήματα τιμωρούνται όπως τους αναλογεί. Είναι ένα φλέγον ζήτημα».