ΚΟΣΜΟΣ

Σε κλοιό πιέσεων ο Νετανιάχου για τη Δυτική Οχθη

Σε κλοιό πιέσεων ο Νετανιάχου για τη Δυτική Οχθη

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου έχει εξαγγείλει ότι μετά την 1η Ιουλίου το Ισραήλ «θα εντάξει στην ισραηλινή κυριαρχία» (ευφημισμός του «θα προσαρτήσει») εδάφη της Δυτικής Οχθης. Οσο η ημερομηνία πλησιάζει τόσο η διεθνής κοινότητα συνειδητοποιεί τον εμπρηστικό χαρακτήρα της ενέργειας αυτής και επιχειρεί να αποτρέψει την κυβέρνηση Νετανιάχου από τη μονομερή και παράνομη αυτή ενέργεια. Η προσάρτηση εδαφών απαγορεύεται ρητά από το διεθνές δίκαιο και επισύρει κυρώσεις, ακόμη και στην περίπτωση που οι κάτοικοι της περιοχής που προσαρτάται εκφράζουν σύμφωνη γνώμη με δημοψήφισμα, όπως έγινε στην περίπτωση της Κριμαίας το 2014. Οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν τότε στη Ρωσία θεμελιώθηκαν στην παραβίαση του διεθνούς δικαίου και το ερώτημα είναι αν το Ισραήλ θα βρεθεί αντιμέτωπο με παρόμοιας κλίμακας αντιδράσεις.

Παρότι η κυβερνητική συμφωνία ανάμεσα στον Μπέντζαμιν Νετανιάχου και τον επικεφαλής της αντιπολίτευσης Μπένι Γκαντς περιλαμβάνει την ημερομηνία της 1ης Ιουλίου, πολλά μένουν ακόμη να καθοριστούν. Πρώτον, δεν είναι σίγουρο αν ο Νετανιάχου θα προχωρήσει πράγματι στην κίνηση αυτή και πόσο μεγάλο θα είναι το τμήμα της Δυτικής Οχθης που θα επιχειρήσει να εντάξει στο Ισραήλ. Είναι διαφορετικό το να προσαρτήσει την κοιλάδα του Ιορδάνη, όπου συγκεντρώνεται η αγροτική περιοχή των παλαιστινιακών εδαφών και η προσάρτηση της οποίας αποκόπτει τα παλαιστινιακά εδάφη από την Ιορδανία και διαφορετικό να προσαρτήσει τους εβραϊκούς εποικισμούς που καταλαμβάνουν το 3% της έκτασης της Δυτικής Οχθης.

Υψηλό ρίσκο

Και στις δύο περιπτώσεις θα πρόκειται για ενταφιασμό κάθε απόπειρας συναινετικής λύσης, καθώς η προσάρτηση των εποικισμών, που είναι διάσπαρτοι στα πιο προνομιακά σημεία, στερεί και επισήμως από το μελλοντικό παλαιστινιακό κράτος την πιο στοιχειώδη εδαφική συνέχεια. Αποφεύγοντας, ωστόσο, το δεύτερο, την προσάρτηση της κοιλάδας του Ιορδάνη, ο Νετανιάχου θα προσπαθήσει να κάμψει τις αντιδράσεις της Ιορδανίας, η οποία αναγκάζεται να αναθεωρήσει τη συνθήκη ειρήνης που έχει υπογράψει με το Ισραήλ αλλά και τις αντιδράσεις του Γκαντς, ο οποίος υποστηρίζει ότι μια τέτοια κίνηση πρέπει να έχει μια στοιχειώδη διεθνή ανοχή.

Στις δεύτερες σκέψεις της ισραηλινής ηγεσίας συμβάλλει και η αβεβαιότητα για την αντίδραση των ΗΠΑ. Ο Νετανιάχου δεν θα διανοείτο να προχωρήσει σε μια τέτοια ενέργεια αν δεν είχε τη στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά το ενδεχόμενο να χάσει ο Τραμπ τις εκλογές τον Νοέμβριο και να επιβληθούν στο Ισραήλ ουσιαστικές κυρώσεις εξετάζεται όλο και πιο σοβαρά από την ισραηλινή ηγεσία. Την ίδια ώρα, η Παλαιστινιακή Αρχή προειδοποιεί ότι μια προσάρτηση θα σήμαινε αυτόματα διακοπή της συνεργασίας Παλαιστινιακής Αρχής – Ισραήλ σε θέματα ασφαλείας και θα οδηγούσε στην διακήρυξη της ανεξαρτησίας του Παλαιστινιακού κράτους. Είναι απορίας άξιον αν ο Νετανιάχου θα αφεθεί, από τη διεθνή κοινότητα και την ίδια την κοινή γνώμη της χώρας του, να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου.