ΚΟΣΜΟΣ

Μαρκ Πότοκ στην «Κ»: Μπροστά στους δαίμονες των ΗΠΑ

Μαρκ Πότοκ στην «Κ»: Μπροστά στους δαίμονες των ΗΠΑ

Η υπόθεση με αριθμό 84-0725 έχει μεγάλη σημασία για το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων στην Αμερική. Ο 19χρονος Μάικλ Ντόναλντ θα ήταν ακόμη ένα άτυχο θύμα της διαβόητης Κου Κλουξ Κλαν εάν η μητέρα του δεν ήταν αποφασισμένη να κάνει κάτι για τον άδικο και ατιμωτικό θάνατό του.

Το 1981, δύο μέλη των United Klans of America, της μεγαλύτερης οργάνωσης της Κου Κλουξ Κλαν, απήγαγαν το 19χρονο μαύρο αγόρι, το έδειραν, το σκότωσαν και κρέμασαν το άψυχο σώμα του σε ένα δέντρο στο Μομπάιλ στην Αλαμπάμα. Το πιο φρικτό είναι ότι ο Ντόναλντ δεν έφταιγε σε κάτι. Τον επέλεξαν τυχαία, για να εκδικηθούν τον φόνο ενός λευκού αστυνομικού για τον οποίο δεν καταδικάστηκε κανένας (μαύρος).

Οι δολοφόνοι του Μάικλ ομολόγησαν και καταδικάστηκαν, αλλά η Μπιούλα Μέι Ντόναλντ δεν έμεινε ικανοποιημένη. Το 1984, το Southern Poverty Law Center (SPLC) κατέθεσε αγωγή εναντίον της οργάνωσης των United Klans, κατηγορώντας τη για τον θάνατο του Μάικλ. Τρία χρόνια αργότερα, το δικαστήριο της Αλαμπάμα επιδίκασε πρόστιμο 7 εκατομμυρίων δολαρίων στους United Klans, με αποτέλεσμα να οδηγήσει την οργάνωση στη χρεοκοπία.

Κάπως έτσι ο θάνατος ενός νεαρού αγοριού οδήγησε στη διάλυση μιας από τις ισχυρότερες ρατσιστικές οργανώσεις στην Αμερική, ενός «hate group» (ομάδα μίσους), όπως έχουν καθιερωθεί να λέγονται. Το SPLC, οργανισμός νομικής υπεράσπισης των πολιτικών δικαιωμάτων που ιδρύθηκε στις αρχές του ’70, καθιερώθηκε στην Αμερική ως ένα «παρατηρητήριο» ομάδων και οργανώσεων μίσους. Σήμερα υπερασπίζεται τα δικαιώματα κοινωνικών ομάδων και ανανεώνει έναν μεγάλο «χάρτη μίσους» των ΗΠΑ. Το 2019, καταγράφηκαν στην Αμερική 940 hate groups.

«Αυτή η χώρα αποφεύγει συνεχώς να αντιμετωπίσει τα φυλετικά θέματα που μας έφεραν σήμερα σε αυτό το σημείο», μου λέει από το τηλέφωνο ο Μαρκ Πότοκ. Ο βετεράνος δημοσιογράφος και ειδικός στην άνοδο της άκρας Δεξιάς στην Αμερική ήταν για 20 χρόνια ο διευθυντής του Intelligence Report, της ειδικής έκδοσης του SPLC που παρακολουθεί τις εξτρεμιστικές οργανώσεις και τις ομάδες μίσους (μικρός είχε ζήσει και κάποια χρόνια στην Ελλάδα με την οικογένειά του). Σήμερα αρθρογραφεί και δίνει διαλέξεις για θέματα του φυλετικού ρατσισμού και των ομάδων μίσους ως Senior Fellow του Center for Analysis of the Radical Right και μας μιλάει για τα βαθιά, άλυτα θέματα της Αμερικής, που ήρθαν ξανά στην επιφάνεια με αφορμή τον θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ.

mark-potok-stin-k-mprosta-stoys-daimones-ton-ipa0
Ο Μαρκ Πότοκ καλύπτει εδώ και πολλά χρόνια τη δράση των εξτρεμιστικών ομάδων μίσους στις ΗΠΑ.

Τα δύο πρόσωπα

Το 2019, το SPLC κατέγραψε 940 τέτοιες οργανώσεις, ελάχιστα μειωμένες σε σύγκριση με τις περίπου 1.000 το 2018. Σε πρόσφατη έκθεσή του για το Center for Analysis of the Radical Right, ο Πότοκ αναλύει τα δύο πρόσωπα της Αμερικής και αποδίδει την άνοδο της άκρας Δεξιάς σε σειρά οικονομικών, δημογραφικών και πολιτισμικών παραγόντων που συνδέονται με το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης. «Ο κόσμος αλλάζει και οι αλλαγές γίνονται με τρόπο δραματικό», λέει όταν τον ρωτάμε πώς εξηγεί τις αυξητικές τάσεις των ομάδων μίσους στην Αμερική.

Από τα χρόνια της αποικιοκρατίας η Αμερική ήταν κατά 90%, τονίζει, χώρα λευκών, κάτι που άλλαξε με την αλλαγή των πολιτικών μετανάστευσης. «Μέσα στα επόμενα 20 χρόνια οι λευκοί αναμένεται να χάσουν την πλειονότητα, θα αποτελούν λιγότερο από το 50% του πληθυσμού. Αυτή είναι μεγάλη αλλαγή. Δεν πιστεύω ότι είναι μια κακή αλλαγή, αλλά πολλοί λευκοί νιώθουν μια μεγάλη απειλή».

Οι οικονομικές ανισότητες είναι επίσης ένας παράγοντας που τροφοδοτεί αυτές τις οργανώσεις. Μεγάλες αμερικανικές βιομηχανίες κατασκευής αυτοκινήτων, επεξεργασίας σιδήρου κ.ά. μετέφεραν τις δραστηριότητές τους σε άλλες χώρες με φθηνότερο εργατικό δυναμικό, βυθίζοντας στη φτώχεια μεγάλα τμήματα των μεσοδυτικών πολιτειών. Το βιβλίο «Το τραγούδι του χιλμπίλη» (εκδ. Δώμα) του Τζέιμς Ντέιβιντ Βανς περιγράφει αυτό το φαινόμενο στη λεγόμενη «Ζώνη της Σκουριάς» του Οχάιο και πώς αυτοί οι άνθρωποι, στην πλειονότητά τους λευκοί με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, πίστεψαν και εξέλεξαν τον Ντόναλντ Τραμπ.

Πιο πριν, όμως, οι ψηφοφόροι εξέλεξαν τον Μπαράκ Ομπάμα. Τι έγινε στο μεταξύ; «Οταν εκλέξαμε τον Ομπάμα, πολλοί λευκοί σκέφτηκαν τότε ότι, εντάξει, τελείωσε, δεν χρειάζεται να μιλάμε για τα φυλετικά θέματα πια και, βέβαια, αυτό αποδεικνύεται σήμερα αναληθές», μας λέει. Την περίοδο Ομπάμα, επισημαίνει ο Πότοκ, τα περιστατικά εναντίον των μαύρων Αμερικανών αυξήθηκαν ως ρατσιστική αντίδραση απέναντι στην εκλογή του πρώτου μαύρου προέδρου των ΗΠΑ. «Εχουμε μεγάλα προβλήματα ρατσισμού στους περισσότερους θεσμούς, στην αστυνομία, στον στρατό, στις τέχνες και στον αθλητισμό. Είναι ένα ζήτημα που θα χρειαστεί πολύ χρόνο και δουλειά για να το αντιμετωπίσουμε», μας λέει.

Ο Πότοκ μας πάει πίσω στην Ιστορία των ΗΠΑ, για να καταλάβουμε τα πράγματα καλύτερα. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο (1861-1865) και την επικράτηση των Βορείων, η «λευκή υπεροχή» (white supremacy) στην πραγματικότητα επιβλήθηκε εκ νέου. Πολιτείες στον αμερικανικό Νότο προσπαθούσαν να εμποδίσουν το δικαίωμα των μαύρων ανδρών να ψηφίζουν (το δικαίωμα της ψήφου δόθηκε θεωρητικά στις μαύρες γυναίκες το 1920), ζήτημα που λύθηκε και για τα δύο φύλα το 1965. Στις αρχές του 20ού αιώνα ανεγέρθηκαν τα μνημεία της Συνομοσπονδίας, δηλαδή των νοτίων πολιτειών που συνασπίστηκαν στον Εμφύλιο, βαθαίνοντας το φυλετικό ρήγμα, ενώ τη δεκαετία του ’60 έγινε η πρώτη μεγάλη προσπάθεια να αντιμετωπίσει η χώρα τα φαντάσματα του παρελθόντος της.

Στις πορείες και στις ταραχές που συντάραξαν την Αμερική το 1968, ο Μαρκ Πότοκ ήταν μόλις 13 ετών και θυμάται να διαδηλώνει εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ και να στηρίζει το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων. Ηταν επίσης η χρονιά, το 1968, που δολοφονήθηκαν ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και ο Ρόμπερτ Κένεντι και η χώρα βυθίστηκε σε μια χρονιά βίαιων διαδηλώσεων. Τότε, λέει, ήταν μια ευκαιρία να αντιμετωπίσει η Αμερική την ιστορία της, αλλά το κίνημα των πολιτικών δικςαιωμάτων «αν και επιτυχημένο, τελείωσε πολύ γρήγορα και οι λευκοί κουράστηκαν να αυτομαστιγώνονται». Σήμερα, επισημαίνει, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. «Βλέποντας τις διαδηλώσεις που διοργανώνει το κίνημα Black Lives Matter είναι εντυπωσιακό το μέγεθός τους, αλλά και το πόσο κοινωνικά “μεικτές” είναι. Με άλλα λόγια, υπάρχουν πολλοί λευκοί που συμμετέχουν, ενώ πρόσφατες μετρήσεις δείχνουν ότι το 75% των Αμερικανών συμφωνεί με τους στόχους και τα αιτήματα του κινήματος».

Το ανατριχιαστικό βίντεο με τον θάνατο του Φλόιντ από αστυνομικό διαδραμάτισε ρόλο στο μέγεθος της αντίδρασης. Οι ταραχές που είχαν ξεσπάσει το 2014 με τον θάνατο του Αφροαμερικανού Μάικλ Μπράουν στο Φέργκιουσον του Μιζούρι από λευκό αστυνομικό ήταν επίσης έντονες, αλλά όχι όπως τώρα, μας λέει. «Η θλιβερή αλήθεια είναι ότι αρκετοί λευκοί σε αυτή τη χώρα δεν θα πίστευαν ότι η αστυνομία είναι τόσο φρικτή με τους μαύρους ανθρώπους μέχρι να δουν το βίντεο και να μην μπορούν να το αρνηθούν. Το βίντεο του Φλόιντ είναι φρικιαστικό και εξαιτίας του ύφους στο πρόσωπο του αστυνομικού. Η αστυνομία την έχει γλιτώσει από περιστατικά φόνων σε μεγάλο βαθμό σε αυτή τη χώρα».

Οι χειρισμοί Τραμπ

Λάδι στη φωτιά έριξαν οι χειρισμοί του Ντόναλντ Τραμπ, τον οποίο ο Πότοκ χαρακτηρίζει ανοιχτά «ρατσιστή». Η κακή αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού έστρεψε αρκετούς συντηρητικούς Ρεπουμπλικανούς εναντίον του και τώρα, θεωρεί ο βετεράνος δημοσιογράφος, με όλα αυτά που συμβαίνουν στους δρόμους της χώρας θα είναι πολύ δύσκολο να επανέλθει και να βγει μπροστά στις δημοσκοπήσεις ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου. Η αποτυχημένη ομιλία του Τραμπ στην Τάλσα της Οκλαχόμα, που έκανε τον γύρο του κόσμου πριν από μερικές ημέρες, είναι, εκτιμά ο Πότοκ, ένα «ελπιδοφόρο σημάδι» για το φθινόπωρο.

Δεν είναι δύσκολο, όμως, να εκτροχιαστούν τα πράγματα αυτή την περίοδο. Ο Πότοκ μας λέει ότι ακροδεξιές οργανώσεις και κινήματα πολιτοφυλακής έχουν επανειλημμένως διεισδύσει στις πορείες των Black Lives Matter για να προκαλέσουν επεισόδια. «Αυτοί», τονίζει, «δημιούργησαν μια κατάσταση για να μπορέσει να πει ο Τραμπ ότι όλοι οι διαδηλωτές είναι μέλη της Antifa, κάτι που είναι ψέμα».

Ανησυχεί, προσθέτει, ότι ο δεξιός ριζοσπαστισμός θα συνεχιστεί και θα εξαπλωθεί περαιτέρω στην αστυνομία, στον στρατό και στις διαδηλώσεις. «Νομίζω ότι η κατάσταση γίνεται συνεχώς πιο επικίνδυνη».

Υπάρχει τρόπος να σταματήσει όλο αυτό; Ο ίδιος δεν έχει σίγουρες απαντήσεις. Μας δίνει το παράδειγμα της Γερμανίας ως χώρας που κατάφερε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά ένα τρομερό παρελθόν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν εξαφανιστεί οι ακραίες δυνάμεις. «Αλλά κοίταξε στα μάτια το πρόσωπο της βαρβαρότητας», τονίζει. Από την άλλη, μας το είπε και νωρίτερα, η λύση μπορεί να είναι δημογραφική ή, συμπληρώνει, εξόχως πολιτισμική. «Μια γενιά ανθρώπων σε λίγο δεν θα βρίσκεται στη ζωή. Τα παιδιά των ανθρώπων που πήγαν στην ομιλία της Τάλσα μπορεί να μη συμφωνούν με τις επιλογές των γονιών τους. Οπως έγινε, για παράδειγμα, με τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 κανείς δεν ήξερε ένα γκέι άτομο. Το ’80 και το ’90 οι ομοφυλόφιλοι ήταν παντού στην αμερικανική ζωή», σημειώνει.

Μακάρι ο Μαρκ Πότοκ να έχει δίκιο και να γίνει, επιτέλους, μια ειλικρινής συζήτηση για ένα μεγάλο ζήτημα που κατατρύχει τις ΗΠΑ για περίπου τέσσερις αιώνες και βρίσκεται στον πυρήνα πολλών άλλων προβλημάτων. Πάντως, σε κάθε περίπτωση ο ίδιος, όπως και πολλοί Αμερικανοί, πιστεύει ότι πλέον «αυτή η χώρα θα πρέπει να αντιμετωπίσει τους δαίμονές της με έναν τρόπο που δεν έχει κάνει ποτέ στο παρελθόν».

«Πλησιάζουμε τις Φιλιππίνες»

Το 1993, ο Μαρκ Πότοκ κάλυψε για την εφημερίδα USA Today τη λεγόμενη «πολιορκία του Γουέικο» από το FBI. Η πολιορκία κατέληξε σε αιματοκύλισμα και πυρκαγιά, στην οποία βρήκαν τραγικό θάνατο τα μέλη μιας παραθρησκευτικής οργάνωσης που καταδίωκε το FBI. Η υπόθεση θεωρήθηκε «φιάσκο» και ήταν ένας από τους παράγοντες που οδήγησαν στη βομβιστική επίθεση της Οκλαχόμας από τον Τίμοθι Μακβέι, η οποία θεωρείται ακόμη και σήμερα η πιο θανατηφόρα εγχώρια τρομοκρατική επίθεση στην Αμερική. Ο Πότοκ κάλυψε δημοσιογραφικά τη δίκη του Μακβέι. «Ετσι ασχολήθηκα με τις παραστρατιωτικές οργανώσεις και την άκρα Δεξιά και κάποια στιγμή συνδέθηκα με το SPLC», τονίζει. Σήμερα, λέει, η δημοσιογραφία είναι δύσκολη, όχι μόνο λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης των Μέσων, αλλά και της στοχοποίησης των δημοσιογράφων από τη σημερινή αμερικανική κυβέρνηση. «Ο Τραμπ χαρακτηρίζει τους Αμερικανούς δημοσιογράφους εχθρούς του λαού. Είναι υπεύθυνος που οι δημοσιογράφοι δέχονται πυρά από πλαστικές σφαίρες. Μπορεί να μην είμαστε σαν τις Φιλιππίνες, αλλά εκεί πλησιάζουμε».