ΚΟΣΜΟΣ

Εργασιακή βίζα στην «επιχειρηματική όαση» των ΗΠΑ

Εργασιακή βίζα στην «επιχειρηματική όαση» των ΗΠΑ

Με ένα σαρωτικό προεδρικό διάταγμα, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την Τετάρτη και θα διαρκέσει μέχρι το πέρας του έτους, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανέστειλε τις εργασιακές βίζες για ένα ευρύ φάσμα θέσεων εργασίας, συμπεριλαμβανομένης και της πολυπόθητης θεώρησης ειδικευόμενων εργαζομένων H-1B. Στον απόηχο της πρωτοφανούς ανεργίας που επέφερε η πανδημία του κορωνοϊού, και δεδομένης της ανένδοτης αντιμεταναστευτικής ρητορικής του προέδρου, το μέτρο δεν προκάλεσε έκπληξη. Προκάλεσε, ωστόσο, οξύτατες αντιδράσεις από τον επιχειρηματικό κόσμο των ΗΠΑ –και κυρίως από τους τεχνολογικούς κολοσσούς της Σίλικον Βάλεϊ και τους χρηματοοικονομικούς γίγαντες της ανατολικής ακτής– ο οποίος βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στην πρόσληψη ξένων και ταλαντούχων εργαζομένων για θέσεις εργασίας που οι Αμερικανοί δεν είναι πρόθυμοι να κάνουν ή δεν έχουν τις απαραίτητες δεξιότητες για να εκτελέσουν.

Φιλόδοξη εκτίμηση

Ο αρχιτέκτονας της μεταναστευτικής πολιτικής του Τραμπ, Στέφεν Μίλερ, καθώς και άλλοι αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου ανέφεραν πως στόχος της απόφασης είναι η διασφάλιση περίπου 525.000 θέσεων εργασίας για Αμερικανούς πολίτες. Η εκτίμηση αυτή είναι κάτι παραπάνω από υπερφιλόδοξη. Η θεώρηση H-1B, άλλωστε, προορίζεται για εργαζομένους με ιδιαίτερες δεξιότητες, πτυχία ανωτάτων σχολών και συστατικές επιστολές από διακεκριμένους επιστήμονες και καθηγητές. Η έκδοση της συγκεκριμένης βίζας, μάλιστα, απαιτεί από τις εταιρείες που φιλοδοξούν να σπονσοράρουν έναν ξένο εργαζόμενο να καταθέσουν μία σειρά από δικαιολογητικά για να αποδείξουν πως κανένας Αμερικανός πολίτης δεν θα μπορούσε να προσληφθεί στη συγκεκριμένη θέση.

«Μιλάμε για μηχανικούς, εμπειρογνώμονες πληροφορικής, γιατρούς, νοσοκόμες και άλλους εξαιρετικά ειδικευόμενους εργαζόμενους που ωφελούν σημαντικά τη χώρα», ανέφερε χαρακτηριστικά ο διευθύνων σύμβουλος του Εμπορικού Επιμελητηρίου των ΗΠΑ, Τόμας Ντόναχι, συμπληρώνοντας πως το μέτρο θα ωθήσει τις επενδύσεις και την οικονομική δραστηριότητα σε άλλες χώρες του εξωτερικού. Οι οικονομικές επιπτώσεις του αντιμεταναστευτικού αφηγήματος και των αυξανόμενων δυσκολιών στην απόκτηση εργασιακής βίζας, άλλωστε, είναι ήδη ορατές ακόμα και πριν από το πρόσφατο προεδρικό διάταγμα. Το 2019, για πρώτη φορά, περισσότεροι ταλαντούχοι εργαζόμενοι στον χώρο της επιστήμης και της τεχνολογίας μετακόμισαν στο Βανκούβερ και τη Σαγκάη από ό,τι στην επιχειρηματική όαση του Σαν Φρανσίσκο.

Στο μεταξύ, το μέλλον για τους ξένους εργαζομένους που ανέμεναν τη θεώρηση H-1B παραμένει αβέβαιο: ορισμένοι αποκτούν προσωρινά καθεστώς τουριστικής βίζας με την ελπίδα πως η πολιτική μετανάστευσης θα αλλάξει μέσα στους επόμενους τρεις μήνες, ενώ άλλοι προχωρούν σε εγγραφές σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ για να παραμείνουν στη χώρα ως φοιτητές έως ότου διευκρινιστεί το εργασιακό τους μέλλον. Αρκετοί επιλέγουν να επιστρέψουν πλέον μόνιμα στη χώρα καταγωγής τους – μια απόφαση που είναι αρκετά δύσκολη εν μέσω της πανδημίας και των κλειστών συνόρων. «Η απογοήτευσή μου δεν περιγράφεται» δηλώνει στην «Κ» η 28χρονη Μαριόνα από την Ισπανία, απόφοιτος του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, η οποία ανέμενε να ξεκινήσει την εργασία της σε τεχνολογική εταιρεία της Σίλικον Βάλεϊ. «Ανυπομονώ πλέον να γυρίσω στην Ευρώπη και να αναζητήσω εργασία σε ένα περιβάλλον όπου νιώθω καλοδεχούμενη», συμπληρώνει.