ΚΟΣΜΟΣ

Οι γυναίκες επιστρέφουν στο σπίτι…

Είναι 6.35 το πρωί και η 34χρονη Σέριλ Νέβινς, ντυμένη με ένα μαύρο μεταξωτό ταγιέρ εγκυμοσύνης, παρηγορεί τον Ράιαν, ηλικίας δύομισι ετών και τον Μπρένταν, ηλικίας μόλις 11 μηνών, στο σπίτι τους στην καταπράσινη γειτονιά Εντζμπρουκ του Σικάγο. Και τα δύο τα αγόρια κλαψουρίζουν επειδή ο Ράιλι, ο σκύλος της οικογένειας, έριξε κάτω τον Ράιαν. Προγραμματίζοντας με ψυχραιμία τις κινήσεις της η Νέβινς, η οποία είναι οκτώ μηνών έγκυος, οδηγεί τον σκύλο στην αυλή, αλλάζει την πάνα του Ράιαν πάνω στο χαλί του σαλονιού, ζεσταίνει αλεύρι, στον φούρνο μικροκυμάτων και ταΐζει τον Μπρένταν δημητριακά και μπανάνες λέγοντάς του «άνοιξε, κλείσε» για να τον ενθαρρύνει να μασήσει. O 35χρονος σύζυγός της, Τζο, ο οποίος συνήθως φεύγει στις 5.30 από το σπίτι για τη δουλειά του στην Kraft Foods, κάνει μία σπάνια εμφάνιση μέσα στον πρωινό πανικό. «Θέλω να βγω έξω μαζί σου, αλλά ο μπαμπάς πρέπει να δουλεύει καθημερινά, εκτός από Σάββατο και Κυριακή. Δυστυχώς», λέει στον Ράιν, ο οποίος κρέμεται από το πόδι του.

Στις 7.40 καταφτάνει η Βέρα Ορότσο, η νταντά, για να αρχίσει τη δεκάωρη βάρδιά της στην οικία των Νέβινς. H Σέριλ, δικηγόρος ειδικευμένη στο εργατικό δίκαιο, παραδίδει το μωρό και ελέγχει την ηλεκτρονική της αλληλογραφία στο τραπέζι της κουζίνας. Εν μέσω ανάγνωσης των e-mails, βοηθάει τον Ράιαν να βγάλει πλαστελίνη από ένα κουτί και στη συνέχεια ενημερώνει την Ορότσο για τα συμβάντα του πρωινού: «Ξύπνησαν νωρίς. O Ράιαν πήγε τουαλέτα, ο άλλος όχι». Καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, η Ορότσο θα πρέπει να σημειώνει κάθε γεύμα και κάθε δραστηριότητα σε ένα πίνακα ανακοινώσεων, για να ενημερωθεί η Νέβινς.

Ξαφνικά, το ρολόι δείχνει 8.07 και η ήρεμη μαμά επιταχύνει τους ρυθμούς της, αφού πρέπει να έχει φύγει από το σπίτι στις 8.10 για να προλάβει το τρένο των 8.19. Μόλις φτάνει στην αποβάθρα, αρχίζει να πληκτρολογεί νούμερα στο κινητό, παίρνει τα φωνητικά μηνύματά της και αφήνει ένα μήνυμα σε ένα συνάδελφό της. Στο τρένο κάνει μερικά ακόμη τηλεφωνήματα και διαβάζει στα πεταχτά δικογραφίες. «Αυτήν τη στιγμή έχω τρελή δουλειά», λέει η Νέβινς, η οποία είναι υπεύθυνη για τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των συνδικαλιστικών ενώσεων των εκπαιδευτικών και της αρμόδιας υπηρεσίας του Σικάγο.

Εχει πραγματικά πάθος με τη δουλειά της, αλλά ύστερα από εφτά χρόνια σκέφτεται να φύγει. Οταν γεννηθεί το μωρό, θα πάρει άδεια τουλάχιστον ένα χρόνο, ίσως δύο, δεν αποκλείεται και πέντε. «Είναι δύσκολο, αφήνω μία σπουδαία δουλειά, από την οποία βγάζω πολύ καλά λεφτά κι έχω εξασφαλίσει κύρος και εξουσία», λέει. H απόφαση να μείνει στο σπίτι με τα παιδιά ήταν επώδυνη, αλλά οι περισσότερες φίλες της, που είναι εργαζόμενες μαμάδες, έκαναν την ίδια επιλογή. «Ξέρω ότι είναι η ορθή απόφαση», καταλήγει.

Πριν από 10-15 χρόνια, όλα αυτά έμοιαζαν εφικτά, αφού οι γυναίκες είχαν τη δυνατότητα να μοιράζονται τα οικογενειακά βάρη με κάποιον ευαίσθητο, new age άνδρα. Σταδιακά όμως οι ρυθμοί της εργασιακής ζωής άλλαξαν για τις γυναίκες σε υψηλά πόστα, όπως αυτό της Νέβινς. H εβδομάδα εργασίας στις ΗΠΑ υποτίθεται ότι κατά μέσον όρο ανέρχεται στις 34 ώρες, στις οικονομικές υπηρεσίες όμως φτάνει τις 55 ώρες και για τα στελέχη των επιχειρήσεων συχνά αγγίζει τις 60 – 70, σύμφωνα με την Catalyst, μία ερευνητική και συμβουλευτική ομάδα που ασχολείται με τη θέση των γυναικών στο χώρο εργασίας. Για τα ζευγάρια, που έχουν θέσεις καριέρας και παιδιά κάτω των 18, οι συνολικές ώρες εργασίες έχουν αυξηθεί από 81 το 1977 σε 91 το 2002, όπως αναφέρουν τα στοιχεία του Ινστιτούτου «Οικογένεια και Εργασία».

Το σπίτι γίνεται γραφείο

Τα e-mails, τα κινητά τηλέφωνα και τα μπίπερ υπόσχονταν κάποτε ότι θα διευκολύνουν την κατ’ οίκον εργασία. Ποιος όμως ήξερε ότι σιγά σιγά το σπίτι δεν θα ήταν πλέον απαραβίαστο άσυλο; Σήμερα τα κινητά χτυπούν στην αυλή του σχολείου, βιντεοπαιχνίδια κείτονται δίπλα σε βιβλία συνταγών στην κουζίνα και οι μαμάδες επιστρέφουν στο ηλεκτρονικό τους ταχυδρομείο μετά το βραδινό παραμύθι. «Είμαστε σήμερα η πρωτεύουσα υπεραπασχόλησης του κόσμου, ξεπερνάμε και τους Ιάπωνες», διαπιστώνει η κοινωνιολόγος Αρλι Χόχσιλντ, συγγραφέας του βιβλίου «Τα δεσμά του χρόνου. Οταν το γραφείο γίνεται το σπίτι και το σπίτι γραφείο». Την ίδια στιγμή, έχουν επιταχυνθεί οι ρυθμοί στο μέτωπο του σπιτιού, όπου η αποστολή της μητέρας έχει διευρυνθεί για να συμπεριλάβει τη διαχείριση ενός φορτωμένου προγράμματος παιδικών δραστηριοτήτων. Στο νέο τους βιβλίο «O μύθος της μαμάκας», η καθηγήτρια Επικοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, Σούζαν Ντάγκλας και η Μέρεντιθ Μάικλς, η οποία διδάσκει Φιλοσοφία στο Κολέγιο Σμιθ, χαρακτηρίζουν το φαινόμενο «Νεομαμισμό».

«Στην εποχή μας η κουλτούρα μας επιμένει ότι κάθε καθωσπρέπει μητέρα οφείλει να αφιερώσει τη φυσική, ψυχολογική, συναισθηματική και πνευματική της υπόσταση 24 ώρες 7 μέρες την εβδομάδα στα παιδιά της», κατά την άποψη των δύο συγγραφέων του βιβλίου. «Είναι ένα επίπεδο επιτυχίας, το οποίο είναι αδύνατο να ικανοποιήσουν», διατείνονται οι Ντάγκλας και Σμιθ. Αυτό όμως δεν εμποδίζει τις γυναίκες να προσπαθήσουν.

Ανάλογα με το εισόδημα

Για τις περισσότερες μητέρες η εναλλακτική λύση είναι ούτως ή άλλως ανύπαρκτη, προκειμένου να πληρωθούν οι λογαριασμοί. Πράγματι, το 72% των γυναικών με παιδιά κάτω των 18 συμμετέχουν στο εργατικό δυναμικό, ποσοστό σημαντικά αυξημένο σε σχέση με το 47% του 1975, αλλά σταθερό από το 1997. Παράλληλα, αύξηση έχει παρατηρηθεί και σε μία άλλη κατηγορία, στις εργαζόμενες γυναίκες των οποίων οι σύζυγοι είναι άνεργοι, που ανέρχεται στο 6,4% των παντρεμένων ζευγαριών.

Ωστόσο, στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, όπου τα μεγαλύτερα εισοδήματα αφήνουν περισσότερα περιθώρια επιλογών, βρίσκεται σε εξέλιξη μία απρόθυμη εξέγερση. Οι σημερινές γυναίκες σε επιτελικά πόστα είναι λιγότερο πρόθυμες να παίξουν το παιχνίδι του ζογκλέρ, ειδικά στην τρέχουσα φρενήρη μορφή του, και περισσότερο έτοιμες να θυσιάσουν παχυλούς μισθούς και κύρος για περισσότερο χρόνο με την οικογένειά τους. Οπως η Σέριλ Νέβινς, οι περισσότερες γυναίκες επιλέγουν όχι τόσο πολύ να εγκαταλείψουν, αλλά να διακόψουν το επάγγελμά τους, με κάθε καλή διάθεση να επιστρέψουν κάποια στιγμή. Το σύνθημά τους είναι: «Μπορείς να τα έχεις όλα, αλλά όχι ταυτόχρονα».

Η συμπεριφορά τους, σε αντίθεση με τα λαϊκά ρεπορτάζ, που πρεσβεύουν μία επιστροφή στην παλιομοδίτικη μητρότητα, συνδυάζει μία νέα, μη γραμμική προσέγγιση της σταδιοδρομίας και μία επιμονή στην αποκατάσταση της ψυχικής ηρεμίας. «Αυτό από το οποίο απέχει η συγκεκριμένη ομάδα είναι η εβδομάδα των 80 ωρών», λέει η Χόχσιλντ. «Είναι αφοσιωμένες στη δουλειά τους, αλλά πολλές είδαν τους γονείς τους να λείπουν με τις ώρες και θα ήθελαν να δώσουν στα παιδιά τους περισσότερο χρόνο απ’ ό,τι είχαν οι ίδιες. Θέλουν μία ισορροπία μεταξύ εργασίας και οικογένειας», συμπληρώνει.

Τι δείχνουν οι αριθμοί

Ακριβώς επειδή αυτές οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν ένα ισχνό και προνομιούχο κομμάτι, οι διαστάσεις της εξόδου είναι δύσκολο να μετρηθούν. Αυτό που δείχνουν οι ειδικοί είναι μία πρωτόγνωρη μείωση κατά 1% του ποσοστού συμμετοχής των παντρεμένων γυναικών με παιδί, μικρότερο από 12 μηνών, στο εργατικό δυναμικό. Το ποσοστό αυτό περιορίσθηκε από 59% το 1997 σε 53% το 2000. Τα στοιχεία από την τελευταία απογραφή αποκαλύπτουν εξάλλου ότι το 22% των αποφοίτων ανωτάτων σχολών, δηλαδή ακριβώς εκείνων των γυναικών που προορίζονταν να ξεχωρίσουν, επιλέγει να μείνει στο σπίτι. Μία μελέτη της Catalyst βρήκε ότι 1 στις 3 γυναίκες με MBA δεν έχουν πλήρη απασχόληση.

Η γενιά X δεν θέλει πιέσεις ούτε θυσίες

Για τις μεγαλύτερες εργαζόμενες γυναίκες, η έξοδος αυτή είναι ενοχλητικά οπισθοδρομική. H 58χρονη Φέι Κλέιτον, συνεταίρος σε ένα μικρό δικηγορικό γραφείο του Σικάγο, είδε με θλίψη τη 15μελή ομάδα δικηγόρων να χάνει τρεις νεότερες γυναίκες, οι οποίες έφυγαν αφότου γέννησαν, αν και μία επέστρεψε σε καθεστώς μερικούς απασχόλησης. «Πιστεύω ότι υπάρχει ένα χάσμα γενεών στο ζήτημα και πιθανότατα οι νέες γυναίκες κάνουν ένα βήμα πίσω», εκτιμά η Κλέιτον.

Αλλες αντιμετωπίζουν το θέμα με πιο αισιόδοξο τρόπο. «Οι νεότερες γυναίκες έχουν μεγαλύτερες προσδοκίες για την ισορροπία ανάμεσα στην εργασία και στην προσωπική ζωή», πιστεύει η 51χρονη Τζόαν Μπράντατζ, διευθύντρια μιας οργάνωσης υποστήριξης των γυναικών με τίτλο «Μητέρες και κάτι περισσότερο», που έχει 7.500 μέλη και 180 υποκαταστήματα στις ΗΠΑ.

Η Μπράντατζ ξεχνάει ότι οι νέες μαμάδες έχουν την πολυτέλεια να σκέφτονται με μεγαλύτερη ευλυγισία για τη ζωή και τη δουλειά τους, ενώ οι πρωτοπόρες εργαζόμενες μητέρες της γενιάς των μπέιμπι μπούμερ έπρεπε πρώτα να αποδείξουν ότι μπορούν να διαπρέψουν σε σημαντικές θέσεις εργασίας. Εχει δίκιο όμως για τη διαφορά μεταξύ των δύο γενεών. Μία έρευνα του 2001 με δείγμα 1.263 άνδρες και γυναίκες που έχουν γεννηθεί από το 1964 ώς το 1975, απέδειξε πως οι εκπρόσωποι της γενιάς X δεν θέλουν να προβούν στις υποχωρήσεις της προηγούμενης γενιάς. «Απορρίπτουν τις πιέσεις και τις θυσίες. Τόσο οι άνδρες όσο και γυναίκες εκτιμούν περισσότερο τους προσωπικούς και οικογενειακούς στόχους από ό,τι τις εργασιακές τους φιλοδοξίες», ήταν το πόρισμα της δημοσκόπησης.

Θέλουν περισσότερο χρόνο

Οι γονείς, εκπρόσωποι της γενιάς X, δηλώνουν άλλωστε σήμερα ότι περνούν περισσότερο χρόνο στην ανατροφή των παιδιών και στο νοικοκυριό απ’ ό,τι οι δικές τους οικογένειες. Παρ’ όλα αυτά οι νέοι γονείς διαμαρτύρονται όλο και συχνότερα ότι θέλουν περισσότερο χρόνο. «Στην αρχή αναρωτηθήκαμε αν έχουμε να κάνουμε με μία γκρινιάρικη γενιά. Ειλικρινά, όμως, επιθυμούν περισσότερο χρόνο με τα παιδιά τους», επισημαίνει ο πρόεδρος της εταιρείας, που διενήργησε τη σφυγμομέτρηση, Τζέιμς Τσανγκ.

Οι διαφορές στις στάσεις των δύο γενεών έχουν σχέση με τους παράγοντες, που διαμόρφωσαν κάθε μία από αυτές. Ενώ οι γυναίκες-μπέιμπι μπούμερ διεκδίκησαν επαγγελματικές ευκαιρίες, που δεν είχαν οι μαμάδες τους, οι εκπρόσωποι της γενιάς X ήταν γόνοι διαλυμένων οικογενειών. Επιπλέον, οι σταδιοδρομίες τους είχαν πολλά σκαμπανεβάσματα, με αποτέλεσμα να κλονισθεί η πίστη τους στην αναζήτηση ικανοποίησης στη δουλειά τους.

Οικοδομώντας ευελιξία στην αγορά εργασίας

Η κοινωνιολόγος Πάμελα Στόουν έχει αφιερώσει τα τελευταία χρόνια σε συνεντεύξεις με 50 μητέρες, που δεν εργάζονται, σε επτά αμερικανικές πόλεις. Στόχος της είναι να συγγράψει ένα βιβλίο για τις εργαζόμενες γυναίκες, που αφήνουν τις δουλειές τους για χάρη των παιδιών τους. «Πολλές από τις γυναίκες με τις οποίες συζήτησα προσπάθησαν να βρουν μία θέση μερικής απασχόλησης, αλλά απέτυχαν. Παρά τη σχετική ρητορική περί υποστήριξης των εργαζομένων μητέρων, ο χώρος εργασίας είναι εξαιρετικά άκαμπτος», σχολιάζει η Στόουν.

Αυτό διαπίστωσε ιδίοις όμμασι η Ρουθ Μάρτιν, 40 ετών, αφ’ ότου γέννησε το δεύτερο παιδί της, πριν από 15 μήνες. Αρχικά οι εργοδότες της στο δικηγορικό γραφείο τής επέτρεψαν να απασχολείται μερικές μόνο ώρες την εβδομάδα, αλλά όταν ζήτησε να μονιμοποιήσει αυτήν τη διευθέτηση, αρνήθηκαν. «Με την αγορά εργασίας να έχει συρρικνωθεί τόσο πολύ, οι ευκαιρίες είναι ανύπαρκτες», λέει η Μάρτιν, η οποία δεν έχει καμία όρεξη να θυσιάσει τα 100.000 δολάρια που στοίχισαν οι σπουδές της στη Νομική.

Σοβαρές προσπάθειες

Υπάρχουν πάντως ενδείξεις ότι η κατάσταση αλλάζει. Σε βιομηχανίες που εξαρτώνται από το ανθρώπινο δυναμικό τους, συντελούνται σοβαρές προσπάθειες για τη δημιουργία περισσότερων θέσεων μερικής απασχόλησης. Στην Pricewater-house Coopers το 10% των γυναικών συνεταίρων δουλεύουν σε καθεστώς μερικής απασχόλησης, σύμφωνα με την επικεφαλής του λογιστηρίου, Τόνι Ρικάρντι, η οποία επιμένει ότι δεν πρόκειται για επαγγελματική αυτοκτονία. «Μία εβδομάδα τριών ημερών μπορεί να επιβραδύνει την πρόοδό σου, αλλά δεν σε εμποδίζει να σκαρφαλώσεις τη σκάλα της ιεραρχίας». Τον Δεκέμβριο η επιχείρηση έκλεισε 11 μέρες για τις διακοπές των Χριστουγέννων για πρώτη φορά στη λειτουργία της. «Εχουμε συνειδητοποιήσει ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να αναζωογονούνται», πιστεύει η Ρικάρντι.

Ενας από τους λόγους που οι εταιρείες προσπαθούν να αποτρέψουν τη διαρροή ταλέντων είναι τα δημογραφικά στοιχεία. Με τους μπέιμπι μπούμερς να πλησιάζουν στη συνταξιοδότηση, είναι πιθανό ώς το 2010 να σημειωθεί έλλειψη δέκα εκατομμυρίων εργαζομένων. Θα λειτουργήσουν αυτά τα μέτρα; Οσοι θυμούνται τη συζήτηση για ευελιξία της αγοράς εργασίας στη δεκαετία του ’80 θα βιαστούν να απαντήσουν αρνητικά. Αυτή τη φορά, όμως, ίσως τα νούμερα βρεθούν στο πλευρό των εργαζόμενων μαμάδων.