ΚΟΣΜΟΣ

Το τέλος μιας λαμπρής πολιτικής καριέρας

«Εφθασα στα όρια των δυνάμεών μου». Με αυτά τα λόγια, ο πιο πολλά υποσχόμενος πολιτικός της Γερμανίας, ο Καρλ-Τέοντορ τσου Γκούτενμπεργκ, παραιτήθηκε από υπουργός Αμύνης, το πρωί της Τρίτης, λιγότερο από δύο εβδομάδες μετά την αποκάλυψη ότι συνέγραψε το διδακτορικό του με λογοκλοπή. Στην αρχή, φάνηκε ότι το χάρισμα και η δημοτικότητά του θα τον έσωζαν. Η καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ τον υποστήριξε. Το ίδιο και οι ψηφοφόροι, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις.

Ωστόσο, δεν μπορούσε να επιβιώσει μετά το τσουνάμι οργής της γερμανικής ακαδημαϊκής κοινότητας και της εσωτερικής αντίφασης εκ της θέσεώς του. Ο Γκούτενμπεργκ και το κόμμα του -η Χριστιανοκοινωνική Ενωση (CSU), που είναι το βαυαρικό τμήμα της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU) της κ. Μέρκελ- αντιπροσωπεύουν συντηρητικές αξίες, όπως η προσωπική υπευθυνότητα. Η πτώση του αποτελεί μεγάλο πλήγμα για την καγκελάριο, για τα δύο κόμματα και για την υγεία της πολιτικής εν γένει στη Γερμανία.

Η ανέλιξη του Γκούτενμπεργκ, από απλός βουλευτής σε πολλά υποσχόμενο πολιτικό, ίσως μελλοντικό καγκελάριο, θεωρείται η ταχύτερη στη μεταπολεμική πολιτική της Γερμανίας. Η αριστοκρατική καταγωγή του, η καλή εμφάνισή του και η λαμπερή σύζυγός του έδωσαν το προβάδισμα κι εκείνος το κεφαλαιοποίησε. Το αγαπημένο του τέχνασμα ήταν να αψηφά το κατεστημένο, με τρόπο που αποσυντόνιζε τους πολιτικούς εταίρους του, αλλά έβρισκε απήχηση στους ψηφοφόρους.

Ως υπουργός Οικονομικών στην τελευταία κυβέρνηση της κ. Μέρκελ απείλησε να παραιτηθεί για ένα προτεινόμενο πακέτο βοήθειας προς την αυτοκινητοβιομηχανία Opel, κερδίζοντας φήμη ως υπερασπιστής των φιλελεύθερων οικονομικών αρχών. Στο υπουργείο Αμύνης υπερίσχυσε των ομοϊδεατών του συντηρητικών, προτείνοντας το τέλος της υποχρεωτικής στράτευσης, στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού των ενόπλων δυνάμεων.

Ανοιχτή επιστολή

Οι Γερμανοί είναι γενικώς απογοητευμένοι από τη συμβατική πολιτική. Η συμμετοχή στις εκλογές υποχωρεί, όπως και η υποστήριξη προς τα μεγάλα κόμματα, περιλαμβανομένων των Σοσιαλδημοκρατών. Οργισμένοι πολίτες καταφεύγουν σε διαμαρτυρίες και δημοψηφίσματα για να αντισταθμίσουν τις αποφάσεις μιας πολιτικής τάξης για την οποία δεν τρέφουν μεγάλο σεβασμό. Ο κ. Γκούτενμπεργκ ήταν η μεγάλη εξαίρεση, ο πολιτικός που προκαλούσε κάτι σαν ενθουσιασμό στους απλούς ψηφοφόρους. Τα περί λογοκλοπής εμφανίστηκαν αρχικώς στις εφημερίδες, αλλά διαδόθηκαν από τα λαγωνικά του Διαδικτύου. Πάνω από το 1/5 του διδακτορικού του είχε αντιγραφεί, χωρίς παραπομπές. Οργισμένοι Γερμανοί διδάκτορες υπέγραψαν ανοιχτή επιστολή στην κ. Μέρκελ, απαιτώντας την απομάκρυνση του κ. Γκούτενμπεργκ.

Η καγκελάριος αντικατέστησε εν τέλει τον κ. Γκούτενμπεργκ με τον έως πρότινος υπουργό Εσωτερικών Τόμας ντε Μεζιέρ, επί χρόνια στενό της συνεργάτη, την Τετάρτη. Παραμένει ζητούμενο, ωστόσο, το αποτέλεσμα των εκλογικών αναμετρήσεων σε έξι κρατίδια, με πιο σημαντική αυτή στο κρατίδιο της Βάδης – Βυρτεμβέργης, στις 27 Μαρτίου, όπου κινδυνεύει η επί 57 χρόνια αδιάλειπτη κυβερνητική παρουσία του CDU. Η απώλεια της Βάδης – Βυρτεμβέργης θα είναι ακόμη πιο επώδυνη από την απώλεια του υπουργού Αμύνης.

Οσο για τον ίδιο τον κ. Γκούτενμπεργκ, δεν θα έπρεπε να τον ξεγράψουμε. Αποχωρώντας τώρα, ελπίζει να διατηρήσει αρκετή από την καλή του φήμη, που συσσώρευσε τα τελευταία λίγα χρόνια. Η παραίτησή του μπορεί να είναι πρελούδιο μιας ανάστασης, παρά του τέλους μιας λαμπρής καριέρας.