ΚΟΣΜΟΣ

Διαδηλώσεις στο Κίεβο μετά τη στροφή στη Μόσχα

Στα τέλη Νοεμβρίου του 2004, η Πλατεία Ανεξαρτησίας του Κιέβου έγινε η εστία της περίφημης «Πορτοκαλί Επανάστασης», η οποία σύντομα επεκτάθηκε σε μεγάλο τμήμα της χώρας. Πλήθη διαδηλωτών κατήγγειλαν τον φιλορώσο πολιτικό Βίκτορ Γιανουκόβιτς για νοθεία στις προεδρικές εκλογές και αξίωσαν την ακύρωση των αποτελεσμάτων. Ο αγώνας τους δικαιώθηκε τον Ιανουάριο του 2015, στέλνοντας τον φιλοδυτικό Βίκτορ Γιούσενκο στην προεδρία και τη Γιούλια Τιμοσένκο, ηρωίδα της «Πορτοκαλί Επανάστασης», στην πρωθυπουργία.

Εννέα χρόνια αργότερα, η ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνεται, με κάποιες τροποποιήσεις. Αυτή τη φορά, ο Γιανουκόβιτς είναι πρόεδρος, έχοντας επικρατήσει σε εκλογές που δεν αμφισβητήθηκαν από τη διεθνή κοινότητα, ενώ η Τιμοσένκο βρίσκεται στη φυλακή, αφού καταδικάστηκε για κατάχρηση εξουσίας και διαφθορά. Εντελώς διαφορετική ήταν και η αιτία που οδήγησε και πάλι στην ιστορική πλατεία χιλιάδες πολίτες σε αλυσιδωτές διαδηλώσεις, από το βράδυ της Πέμπτης.

Τον ρόλο του πυροκροτητή έπαιξε μια κρίσιμη απόφαση του ουκρανικού κοινοβουλίου: πραγματοποιώντας αιφνιδιαστική στροφή 180 μοιρών, η πλειοψηφία των βουλευτών έκανε πίσω από τη συμφωνία σύνδεσης με την Ε.Ε., την οποία επρόκειτο να υπογράψει η χώρα στη σύνοδο κορυφής της Ενωσης με έξι πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες, στο Βίλνιους της Λιθουανίας, το διήμερο 28- 29 Νοεμβρίου. Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό Μικόλα Αζάροφ, η επιλογή αυτή υπαγορεύτηκε από «λόγους εθνικής ασφαλείας» και συνοδεύτηκε από την απόφαση «να αποκατασταθούν οι εμπορικές σχέσεις με τη Ρωσική Ομοσπονδία». Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο ενισχύεται η πιθανότητα να ενταχθεί η Ουκρανία στην Τελωνειακή Ενωση Ρωσίας – Καζαχστάν – Λευκορωσίας, κάτι που θα αποτελούσε στρατηγική νίκη του Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος διακαώς επιδιώκει να συγκροτήσει μια «Ευρασιατική Ενωση» πρώην σοβιετικών Δημοκρατιών.

Τα νέα από το Κίεβο αποτέλεσαν πραγματική ψυχρολουσία για τις Βρυξέλλες. «Η κυβέρνηση της Ουκρανίας υποκλίνεται βαθιά στο Κρεμλίνο», δήλωσε ο Σουηδός υπουργός Εξωτερικών Καρλ Μπιλντ, ενώ ο Πολωνός ομόλογός του, Ράντεκ Σικόρσκι, υποστήριξε ότι η Ρωσία «χρησιμοποιεί μεθόδους του 19ου αιώνα για να υποτάξει τους γείτονές της». Ακόμη δριμύτερη, η γερμανική εφημερίδα Suddeutsche Zeitung έγραψε ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν συμπεριφέρεται «ωσάν να μπορούσε η Ουκρανία να διαμοιραστεί κατά το πρότυπο της συμφωνίας Στάλιν-Χίτλερ, το 1939».

Η αλήθεια είναι ότι η Ουκρανία αποτέλεσε το προηγούμενο διάστημα το μήλον της έριδος σε ένα αδυσώπητο «μπρα ντε φερ» μεταξύ Μόσχας και Βρυξελλών. Οι Ευρωπαίοι απαιτούσαν από τον Γιανουκόβιτς, ως προϋπόθεση για την υπογραφή της συμφωνίας σύνδεσης, να απελευθερώσει την Τιμοσένκο, ενώ ο Πούτιν απειλούσε να κλείσει τις στρόφιγγες του φυσικού αερίου και να επιβάλει οδυνηρό εμπορικό πόλεμο στους γείτονές του. Ολα δείχνουν ότι ο Ρώσος ηγέτης κέρδισε αυτόν τον γύρο, ο οποίος, ωστόσο, ενδέχεται να μην είναι ο τελευταίος, ούτε ο πλέον αποφασιστικός.

Σύμφωνα με τον Ουκρανό πρωθυπουργό, η απόφαση για «αναστολή» (και όχι οριστική ακύρωση) της συμφωνίας σύνδεσης με την Ε.Ε. ήταν «τακτικού» χαρακτήρα και υπαγορεύτηκε όχι από γεωπολιτικούς, αλλά από οικονομικούς υπολογισμούς. Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, σύμφωνα πάντα με τον Αζάροφ, ήταν οι επαχθείς όροι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αναφορικά με τη βοήθεια που είχε ζητήσει η Ουκρανία για να ισοσταθμίσει τις απώλειες από τις επαπειλούμενες κυρώσεις της Ρωσίας.

Αφήνοντας ανοιχτό το παράθυρο του συμβιβασμού, εν ευθέτω χρόνω, το Κίεβο πρότεινε τριμερή διαβούλευση Ουκρανίας- Ε.Ε. – Ρωσίας για μια εταιρική σχέση που θα ικανοποιεί όλες τις πλευρές. Μια πρόταση την οποία εμφανίστηκε διατεθειμένος να συζητήσει ο Βλαντιμίρ Πούτιν, ενώ η Ε.Ε. επιφυλάχθηκε να απαντήσει.