ΚΟΣΜΟΣ

Το στοίχημα του Ομπάμα με το Ιράν

obamaaaaa

Το ενδιαφέρον της διεθνούς διπλωματίας θα παραμείνει εστιασμένο τους ερχόμενους μήνες στην εκπόνηση μόνιμης συμφωνίας για τα πυρηνικά του Ιράν.

Ο πρόεδρος Ομπάμα έχει άλλωστε βασίσει την επιτυχία της εξωτερικής του πολιτικής στο δύσκολο αυτό στοίχημα. Η συζήτηση για τη συμφωνία έχει αποστρέψει την προσοχή από ένα ακόμη πιο επισφαλές στοίχημα του Ομπάμα: η ιδέα ότι το Ιράν μπορεί να γίνει εποικοδομητικός παίκτης στη διατήρηση της περιφερειακής ασφάλειας.

Παρότι δεν το παραδέχονται δημόσια, ο Ομπάμα και ο υπουργός Εξωτερικών Κέρι ονειρεύονται μία κίνηση ματ, τύπου «Νίξον στην Κίνα». Επιδιώκουν έτσι στρατηγική αναδιάταξη, η οποία πιστεύουν ότι θα δώσει τέλος σε δεκαετίες συγκεκαλυμμένου πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, αντικαθιστώντας την παρούσα γεωπολιτική συγκυρία με συμμαχία μεγάλων δυνάμεων μεταξύ Ρωσίας, ΗΠΑ, Ευρώπης και Ιράν, όπως έκαναν τον 19ο αιώνα οι μεγάλες δυνάμεις στη Μέση Ανατολή.

Ο Κέρι δεν έκρυψε άλλωστε την επιθυμία του για εμπλοκή του Ιράν στις ειρηνευτικές συνομιλίες της Συρίας, ενώ η παρούσα κυβέρνηση της Ουάσιγκτον, περισσότερο από κάθε προκάτοχό της, απέφυγε να καταγγείλει τις ιρανικές μηχανορραφίες σε Ιράκ, Συρία και Λίβανο.

Η μετατόπιση αυτή έχει διττό στόχο: την επιθυμία του Ομπάμα για απεμπλοκή των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή και τον φόβο της Αλ Κάιντα και της σουνιτικής τζιχάντ. Η πολιτική Ομπάμα είναι ιδιαίτερα φιλόδοξη και καταδικασμένη σε αποτυχία.

Πρώτον, αγνοεί το γεγονός ότι, σε αντίθεση με την προσέγγιση του Νίξον με την Κίνα τη δεκαετία του 1970, το Ιράν δεν μοιράζεται κοινό εχθρό με τις ΗΠΑ, που θα αποτελούσε συνδετικό κρίκο. Παρότι το Ιράν πολεμά μέσω αντιπροσώπων του, τον σουνιτικό εξτρεμισμό, η Τεχεράνη έχει συνεργασθεί με την Αλ Κάιντα, όταν αυτό τη συνέφερε, όπως στην περίπτωση της Χαμάς και των Ταλιμπάν. Ο Μάο, όμως, θεωρούσε την ΕΣΣΔ αρκετά απειλητική, ώστε η συμμαχία με τις ΗΠΑ να καθίσταται αναγκαία.

Το δεύτερο πρόβλημα αφορά τις παραδοσιακές φιλοδοξίες του Ιράν για περιφερειακή ηγεμονία. Η Τεχεράνη δεν έπραξε το παραμικρό μετά την εκλογή του προέδρου Ρουχανί για να περιορίσει τη στήριξη που προσφέρει στο καθεστώς Ασαντ της Συρίας, ενισχύοντας αντίθετα τη βοήθειά της προς αυτό.

Τρίτον, η ιρανική πολιτική ενισχύει το φάσμα της ριζοσπαστικοποίησης και της οργανωμένης αντίδρασης από μέρους των σουνιτών. Στο Ιράκ, ο σιίτης πρωθυπουργός Μαλικί, περιστοιχισμένος από φιλοϊρανούς συμβούλους, προβαίνει σε ομαδικές συλλήψεις επιφανών σουνιτών στην επαρχία Ανμπάρ, οργίζοντας τον πληθυσμό και ενισχύοντας έμμεσα την Αλ Κάιντα.

Οι εξελίξεις αυτές αποτελούν φυσικό επακόλουθο της αμερικανικής αδιαφορίας απέναντι στην ιρανική πρόκληση: Σε μικρό χρονικό διάστημα, οι ΗΠΑ θα υποχρεωθούν να υιοθετήσουν τον ρόλο που διαδραμάτισαν μετά το 1979, ως επικεφαλής συμμαχίας με στόχο την ακύρωση των ιρανικών βλέψεων. Αυτό πρέπει να ξεκινήσει από τη Συρία, σημείο-μηδέν της σύγκρουσης μεταξύ των δύο περιφερειακών μπλοκ.

Οι προσπάθειες προσέλκυσης των Ιρανών στο διαπραγματευτικό τραπέζι σημαίνουν την παραμονή του Ασαντ στην εξουσία, ενισχύοντας την επιρροή των σουνιτών εξτρεμιστών. Οι ΗΠΑ οφείλουν να συνεργασθούν με τους συμμάχους τους για τη δημιουργία εναλλακτικής πρότασης στο καθεστώς Ασαντ, που θα αποκλείει την Αλ Κάιντα και τον εξτρεμισμό.

* Ο Μ. Ντόραν είναι αναλυτής του ινστιτούτου Brookings και ο Μ. Μπουτ συγγραφέας του «Invisible Armies».