ΚΟΣΜΟΣ

Αγωγή κατά μουσείου

Αγωγή κατά μουσείου

Η μάχη που τώρα έχει ξεσπάσει ανάμεσα στους απογόνους της Πέγκι Γκούγκενχαϊμ και στο Ιδρυμα Σόλομον Γκούγκενχαϊμ πυροδοτήθηκε από μια χούφτα χάλκινα γράμματα τοποθετημένα πάνω από τα αγάλματα των λεόντων που φυλάσσουν την παλιά βενετσιάνικη έπαυλη που τώρα έχει μετατραπεί σε μουσείο.

Σε έναν από τους τοίχους, στο Κανάλ Γκράντε, τα ονόματα δύο δωρητών από το Λονγκ Αϊλαντ εμφανίστηκαν το περασμένο καλοκαίρι με χαρακτήρες ίσου μεγέθους με αυτούς του ονόματος της Πέγκι Γκούγκενχαϊμ, η οποία δώρισε την κατοικία της, το Παλάτσο Βενιέρ ντεϊ Λεόνι, και την τεράστια συλλογή καλλιτεχνικών θησαυρών στο Ιδρυμα Σόλομον Ρ. Γκούγκενχαϊμ της Νέας Υόρκης λίγο πριν από τον θάνατό της το 1979.

«Θα καταθέσω αγωγή, θα καταθέσω αγωγή, θα καταθέσω αγωγή», επαναλάμβανε ο εγγονός της και πρώην έμπορος έργων τέχνης Σάντρο Ράμνεϊ, όταν συναντήθηκε με τον διευθυντή του μουσείου κατά τη διάρκεια της Μπιενάλε της Βενετίας το περασμένο καλοκαίρι.

Και πράγματι αυτό έγινε. Επτά απόγονοι της δωρήτριας, που ζουν στη Γαλλία, κατέθεσαν αγωγή στο Παρίσι, η οποία θα εκδικαστεί στις 21 Μαΐου. Κατηγορούν το ίδρυμα ότι αγνόησε την τελευταία επιθυμία της γυναίκας, σύμφωνα με την οποία η συλλογή της θα έπρεπε να εκτίθεται στο μουσείο στο σύνολό της και χωρίς καμία πρόσθεση. Οι ίδιοι λένε ότι το μουσείο έχει αφαιρέσει τα μισά έργα τέχνης και έχει προσθέσει καλλιτεχνήματα τα οποία δωρίστηκαν από τον Ράντολφ και τη Χανελόρε Σούλχοφ, γονείς του Μάικλ Σούλχοφ, που είναι μέλος του ιδρύματος.

Οι συγγενείς υποστηρίζουν ότι θα πάρουν πίσω τη δωρεά της Γκούγκενχαϊμ εφόσον η συλλογή δεν αποκατασταθεί στην αρχική της κατάσταση. Επίσης απαιτούν την αφαίρεση των ονομάτων των δύο μεταγενέστερων δωρητών, όπως, εξάλλου, και την αφαίρεση των έργων τέχνης που δώρισαν οι Σούλχοφ τόσο από το Παλάτσο όσο και από τον κήπο του, ενώ υποστηρίζουν πως η ενοικίαση του κήπου για τις εκδηλώσεις των Σούλχοφ βεβηλώνει τον τάφο της δωρήτριας, η οποία έχει ταφεί εκεί, όπως εξάλλου και τα 14 σκυλιά της.

Το ίδρυμα ανταπαντά σε αυτές τις κατηγορίες πως η ίδια η Γκούγκενχαϊμ δεν έθεσε όρους όταν προχώρησε στη δωρεά των έργων τέχνης. Επίσης, η οικογένεια υποστηρίζει ότι το ίδρυμα παραβιάζει τις αρχές της Πέγκι Γκούγκενχαϊμ εφαρμόζοντας στρατηγικές που θυμίζουν τους επιχειρηματικούς κολοσσούς της Νέας Υόρκης, όπως είναι η επιθετική εμπορευματοποίηση της συλλογής. «Διαχειρίζονται τη συλλογή σαν να ήταν επιχείρηση», λέει ο δισέγγονος της Γκούγκενχαϊμ, παραγωγός ταινιών, Σίντμπαντ Ράμνεϊ.

Η Πέγκι Γκούγκενχαϊμ ζούσε στο βενετσιάνικο παλάτσο τις τρεις τελευταίες δεκαετίες της ζωής της και ήταν μία από τους τελευταίους ανθρώπους στη Βενετία που διέθετε ιδιωτικό γονδολιέρη. Κόρη του Μπέντζαμιν Γκούγκενχαϊμ, ο οποίος έχασε τη ζωή του το 1912 στη βύθιση του Τιτανικού, κληρονόμησε τα πλούτη της το 1919 όταν έγινε 21 έτους. Αγόρασε το βενετσιάνικο παλάτσο το 1949 και το μετέτρεψε σε μουσείο με έργα Πικάσο, Καντίνσκι, Μιρό και άλλων, ενώ άνοιξε τις θύρες του στο κοινό από το 1951.

Το Ιδρυμα Σόλομον Γκούγκενχαϊμ ιδρύθηκε από τον θείο της το 1937 και είναι αυτό που ελέγχει τις εκθέσεις στη Βενετία. Η αγωγή που κατέθεσε η οικογένεια ζητάει, ανάμεσα στα άλλα, περισσότερες οικονομικές πληροφορίες για τη συλλογή της Βενετίας, υποστηρίζοντας πως το ίδρυμα δεν έχει δημοσιοποιήσει ετήσια οικονομική έκθεση από το 2011.