ΚΟΣΜΟΣ

Φόβοι για «βοσνιοποίηση» της Ουκρανίας

Φόβοι για «βοσνιοποίηση» της Ουκρανίας

Υπό άλλες συνθήκες, η προχθεσινή επέτειος της αντιφασιστικής νίκης κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θα αποτελούσε ιδεώδη ευκαιρία για να ενισχυθούν οι γέφυρες ανάμεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία, οι λαοί των οποίων μοιράστηκαν τον τεράστιο φόρο αίματος εκείνα τα τρομερά χρόνια. Στην πραγματικότητα, συνέβη το ακριβώς αντίθετο: με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν να γιορτάζει στη Σεβαστούπολη την προσάρτηση της Κριμαίας και τον Ουκρανό ομόλογό του Ολεξάντερ Τουρτσίνοφ οχυρωμένο στο Κίεβο, όπου η επέτειος δεν γιορτάστηκε δημοσίως λόγω του φόβου φιλορωσικής εξέγερσης ακόμη και στην πρωτεύουσα της Ουκρανίας, η 9η Μαΐου κατέληξε να συμβολίζει την αφύπνιση των παλιών δαιμονίων, που απειλούν να παρασύρουν σ’ ένα νέο πόλεμο τη Γηραιά Ηπειρο.

Καθώς οι φλόγες των εμφυλίων συγκρούσεων πυκνώνουν στην Ανατολική Ουκρανία, οι επόμενες δύο εβδομάδες, μέχρι τις προεδρικές εκλογές της 25ης Μαΐου, θα κρίνουν το μέλλον αυτού του μεγάλου, νεαρού κράτους με την ασταθή εθνική ταυτότητα. Η σημερινή ημέρα ενδέχεται να καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τα μελλούμενα. Οι φιλορώσοι αυτονομιστές της αυτόκλητης «Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονμπάς» έχουν εξαγγείλει δημοψήφισμα στις όμορες με τη Ρωσία περιοχές του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ, που εκπροσωπούν περί τα 7 εκατ. κατοίκους και το 1/3 του ουκρανικού ΑΕΠ.

Η αιφνιδιαστική στροφή του Βλαντιμίρ Πούτιν, την περασμένη Τετάρτη, δημιούργησε κάποιες ελπίδες ότι τα χειρότερα θα αποτραπούν, έστω και στο παρά πέντε. Ο Ρώσος πρόεδρος χαρακτήρισε τις εκλογές της 25ης Μαΐου ως «βήμα προς την ορθή κατεύθυνση» και κάλεσε τους ρωσόφωνους αυτονομιστές να αναβάλουν το δημοψήφισμα, με την προϋπόθεση ότι και το Κίεβο θα σταματούσε τις αιματηρές επιχειρήσεις του στρατού στην ανατολική Ουκρανία. Ωστόσο, την Πέμπτη η μεν ουκρανική κυβέρνηση δήλωσε ότι οι «αντιτρομοκρατικές» επιχειρήσεις θα συνεχιστούν, οι δε αυτονομιστές του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ ότι θα προχωρήσουν στο δημοψήφισμα.

Επρόκειτο άραγε για ειλικρινή παρέμβαση εκτόνωσης της κρίσης από τον πραγματιστή Πούτιν, λόγω του φόβου των συντριπτικών οικονομικών κυρώσεων ή απλώς για προσπάθεια να κερδηθεί πολύτιμος χρόνος; Οι γνώμες διχάζονται, ο καιρός θα δείξει. Γεγονός είναι ότι στο ερώτημα του δημοψηφίσματος γίνεται λόγος μόνο για «ανεξαρτησία» και όχι για απόσχιση ή, πολύ περισσότερο για προσχώρηση στη Ρωσική Ομοσπονδία. Εξάλλου, μη αναγνωρίζοντας το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, ο Ρώσος πρόεδρος διατηρεί τη δυνατότητα να παρέμβει ως εξωτερικός μεσολαβητής στην ουκρανική κρίση, χωρίς να έχει περάσει τις κόκκινες γραμμές.

Με αυτά τα δεδομένα, δύο σενάρια διαγράφονται ως πιθανότερα: μια μαζική εισβολή του ουκρανικού στρατού για την καταστολή της εξέγερσης διά πυρός και σιδήρου -κάτι που θα μπορούσε να αποτελέσει πρόσχημα για μια ρωσική «ειρηνευτική» επέμβαση- και η μετατροπή της Ανατολικής Ουκρανίας σε μια «παγωμένη σύγκρουση», σε ντε φάκτο ρωσικό προτεκτοράτο χωρίς διεθνή υπόσταση, κατά το πρότυπο της Αμπχαζίας, της Νότιας Οσετίας, της Υπερδνειστερίας και του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Και στις δύο περιπτώσεις, η Ουκρανία θα αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο της «βοσνιοποίησης», με τις ρωσόφωνες ανατολικές περιοχές να αντιστοιχούν στην αυτόνομη, σερβική Δημοκρατία SRPSKA εντός ενός ομοσπονδιακού ή συνομοσπονδιακού κράτους.

Η κλιμακούμενη σύγκρουση εξελίσσεται σε αγώνα ζωής ή θανάτου για τους Ουκρανούς ολιγάρχες. Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν τη βάση τους στη βιομηχανική Ανατολική Ουκρανία και μέχρι πρόσφατα έριχναν κυνικά το βάρος τους στην πλευρά του εκάστοτε ισχυρού. Μετά την ανατροπή του προέδρου Γιανουκόβιτς, μετέφεραν την υποστήριξή τους στην προσωρινή κυβέρνηση του Κιέβου. Ο «βασιλιάς της σοκολάτας» Πιοτρ Ποροσένκο κατεβαίνει στις προεδρικές εκλογές και εμφανίζεται ως το φαβορί για τον ρόλο του «Ουκρανού Μπερλουσκόνι», αν φυσικά ανοίξουν οι κάλπες στις 25 Μαΐου – ένα πολύ μεγάλο «αν». Ο δεύτερος πλουσιότερος άνδρας της Ουκρανίας, Ιγκόρ Κολομοΐσκι, ανέλαβε κυβερνήτης του Δνειπεροπετρόφσκ και προσφέρει παχυλά «πριμ» στους αστυνομικούς που θα εξοντώσουν «ανατρεπτικά» στοιχεία των φιλορώσων.
Στα χνάρια του Κολομοΐσκι βαδίζει ένας άλλος μεγιστάνας, ο Ιγκόρ Παλίτσια, ο οποίος ανέλαβε κυβερνήτης Οδησσού μετά την εξάπλωση της φιλορωσικής εξέγερσης στο πολυεθνικό λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας και τον τραγικό θάνατο 42 ρωσόφωνων διαδηλωτών, όταν αντίπαλοί τους πυρπόλησαν εν ψυχρώ το μέγαρο των συνδικάτων. Το φρικιαστικό αυτό έγκλημα αποτέλεσε σημείο καμπής των εξελίξεων, με τη Μόσχα να μιλά ανοιχτά πλέον για τη «Νέα Ρωσία», ανασύροντας την ονομασία της τσαρικής εποχής για την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής και Νότιας Ουκρανίας.