ΚΟΣΜΟΣ

Ζήτησαν «απορρόφηση» από τη Ρωσία

Ζήτησαν «απορρόφηση» από τη Ρωσία

Εντείνεται η πίεση στην κυβέρνηση του Κιέβου να επιδιώξει πολιτική επίλυση της κρίσης στην Ανατολική Ουκρανία, ύστερα από το αποσχιστικό δημοψήφισμα της Κυριακής που οργάνωσαν οι φιλορώσοι αυτονομιστές στις περιοχές του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ, παρά την έκκληση του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν να το αναβάλουν.

Ρίχνοντας κι άλλο λάδι στη φωτιά, ο Ντένις Πουσίλιν, ο οποίος εμφανίζεται ως επικεφαλής της αυτόκλητης «Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονέτσκ», κάλεσε χθες τη Μόσχα «να ακούσει τη φωνή του λαού» και να «απορροφήσει» την περιοχή του στη Ρωσική Ομοσπονδία. Επιπλέον, διεμήνυσε ότι δεν πρόκειται να διεξαχθούν στην περιοχή του οι προεδρικές εκλογές που έχουν εξαγγελθεί από την κυβέρνηση του Κιέβου για τις 25 Μαΐου. Ταυτόσημη ήταν η τοποθέτηση των φιλορώσων του Λουγκάνσκ.

Σύμφωνα με τους αυτονομιστές, υπέρ της «ανεξαρτησίας» τάχθηκε το 89% των ψηφισάντων στο Ντονέτσκ και το 96% εκείνων στο Λουγκάνσκ. Οι δύο περιοχές έχουν πληθυσμό 6,5 εκατομμυρίων σε σύνολο 45 εκατομμυρίων Ουκρανών και εκπροσωπούν δυσανάλογα μεγάλο τμήμα της εθνικής οικονομίας. Οι διοργανωτές του δημοψηφίσματος ισχυρίζονται ότι, παρά την πίεση του ουκρανικού στρατού και τις εχθροπραξίες σε ορισμένες περιοχές, το 75% των ψηφοφόρων προσήλθε στις κάλπες.

«Φάρσα» χαρακτήρισε το δημοψήφισμα ο προσωρινός πρόεδρος της Ουκρανίας, Ολεξάντερ Τουρτσίνοφ. «Δεν είναι τίποτα περισσότερο από προπαγάνδα, με στόχο να συγκαλυφθούν δολοφονίες, απαγωγές, βία και άλλα σοβαρά εγκλήματα», δήλωσε ο Τουρτσίνοφ από το βήμα του ουκρανικού Κοινοβουλίου. Παράνομο και άκυρο χαρακτήρισαν το δημοψήφισμα Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρωπαϊκή Ενωση.

Από την πλευρά του, το Κρεμλίνο έσπευσε να δηλώσει ότι «σέβεται», χωρίς ωστόσο να αναγνωρίζει νομικά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, και επανέλαβε ότι δεν προτίθεται να ενσωματώσει τις εξεγερμένες περιοχές στη Ρωσική Ομοσπονδία, όπως είχε συμβεί με την περίπτωση της Κριμαίας. «Η Μόσχα σέβεται την εκπεφρασμένη βούληση του λαού στο Ντονέτσκ και το Λουγκάνσκ», αναφέρεται σε ανακοίνωση του γραφείου του Βλαντιμίρ Πούτιν, η οποία καλεί «τους εκπροσώπους του Κιέβου, του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ» να προσέλθουν σε «διάλογο», ώστε να βρεθεί λύση «με πολιτισμένο τρόπο, χωρίς χρήση βίας».

Ανταποκριτές δυτικών μέσων ενημέρωσης αμφισβητούσαν το ποσοστό συμμετοχής που έδωσαν οι οργανωτές του δημοψηφίσματος, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι στη Μαριούπολη, μια πόλη 500.000 κατοίκων και θέατρο αιματηρών επιχειρήσεων του ουκρανικού στρατού, τα εκλογικά τμήματα που άνοιξαν μετριούνταν στα δάχτυλα των δύο χεριών. Τα ίδια μέσα ενημέρωσης εκτιμούσαν, ωστόσο, ότι η πλειονότητα των κατοίκων στις δύο ανατολικές περιοχές διάκειται εχθρικά απέναντι στην κυβέρνηση του Κιέβου, αν και οι γνώμες διχάζονται αναφορικά με την προοπτική της απόσχισης.

Η πρώτη αντίδραση της Ε.Ε. υπήρξε αρκετά συγκρατημένη. Οι Ευρωπαίοι υπουργοί Εξωτερικών επέβαλαν χθες κυρώσεις σε άλλα 13 πρόσωπα και δύο εταιρείες που εδρεύουν στην Κριμαία, μεταθέτοντας για το μέλλον την εξέταση σοβαρότερων μέτρων κατά της Ρωσίας. Παράλληλα, η Γαλλία κατέστησε σαφές ότι δεν πρόκειται να ακυρώσει τη συμφωνία για την κατασκευή και παράδοση στη Ρωσία ελικοπτεροφόρων Mistral, αξίας 1,2 δισ. ευρώ, σε πείσμα των πιέσεων που δέχεται από την Ουάσιγκτον.

Σε αυτό το φόντο, εντείνονται οι διπλωματικές διεργασίες για την αναζήτηση πολιτικής λύσης στο ουκρανικό πρόβλημα. Στο Βερολίνο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέφεν Ζάιμπερτ ανακοίνωσε ότι αύριο, Τετάρτη, θα πραγματοποιηθεί στο Κίεβο «συζήτηση στρογγύλης τραπέζης» με τη συμμετοχή πολιτικών και εκπροσώπων οργανώσεων πολιτών για την υπέρβαση της κρίσης. Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του ΟΑΣΕ, Ντιντιέ Μπουρκχάλτερ, ο οποίος έχει αναλάβει μεσολαβητικό ρόλο, δήλωσε ότι «η Μόσχα είναι ανοιχτή στον διάλογο». Χθες το βράδυ, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, Χέρμαν βαν Ρομπέι, ταξίδεψε για πρώτη φορά από την εκδήλωση της κρίσης στο Κίεβο, όπου επρόκειτο να συναντηθεί με εκπροσώπους της προσωρινής κυβέρνησης.