ΚΟΣΜΟΣ

Η πιο κρίσιμη εβδομάδα στο δράμα της Ουκρανίας

Η πιο κρίσιμη εβδομάδα στο δράμα της Ουκρανίας

Σε δυσοίωνη ατμόσφαιρα, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για τις προεδρικές εκλογές που προβλέπεται να διεξαχθούν στην Ουκρανία την ερχόμενη Κυριακή, 25 Μαΐου. Η αιματηρή «αντιτρομοκρατική επιχείρηση» του ουκρανικού στρατού εναντίον των φιλορώσων είχε ήδη καταστήσει προβληματική τη διεξαγωγή των εκλογών στην Ανατολική Ουκρανία, όπου η πόλωση και τα εθνοτικά μίση κερδίζουν έδαφος. Σε αυτά ήλθε να προστεθεί το δημοψήφισμα που οργάνωσαν την περασμένη Κυριακή οι αυτονομιστές στις περιφέρειες του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ, αψηφώντας την έκκληση Πούτιν να το αναβάλουν.

Οι οργανωτές του δημοψηφίσματος ανήγγειλαν ότι το 89% των ψηφισάντων στο Ντονέτσκ και το 96% που τάχθηκε υπέρ της «ανεξαρτησίας» ζήτησαν προστασία από το Κρεμλίνο και ανακοίνωσαν ότι δεν θα επιτρέψουν τη διεξαγωγή των προεδρικών εκλογών στις περιφέρειές τους. Η προσωρινή κυβέρνηση του Κιέβου χαρακτήρισε το δημοψήφισμα «φάρσα», ενώ η Δύση το θεωρεί παράνομο. Διεθνή μέσα ενημέρωσης επισήμαναν σωρεία παρατυπιών – μη ενημερωμένοι εκλογικοί κατάλογοι, απουσία διεθνών παρατηρητών, εκλογικά τμήματα μετρημένα στα δάχτυλα των δύο χεριών σε ολόκληρη τη Μαριούπολη.

Το δημοψήφισμα

Σε πείσμα όλων αυτών, το δημοψήφισμα στις δύο περιοχές που αριθμούν περί τα 6,5 εκατομμύρια κατοίκους και αντιστοιχούν στο ένα τρίτο του ουκρανικού ΑΕΠ, παρήγαγε πολιτικά αποτελέσματα που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Εγκυρα μέσα ενημέρωσης, όπως το BBC και η Le Monde, αναγνώρισαν ότι η συμμετοχή ήταν όντως μαζική σε αστικά κέντρα όπως το Ντονέτσκ, το Λουγκάνσκ και το Σλαβιάνσκ, όπου η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία πήρε χαρακτήρα λαϊκών συλλαλητηρίων εναντίον της κυβέρνησης του Κιέβου και υπέρ της Ρωσίας. Οι θηριωδίες νεοναζί εναντίον φιλορώσων διαδηλωτών στην Οδησσό και οι δολοφονίες αόπλων από άνδρες της νεοσύστατης Εθνοφρουράς στη Μαριούπολη έδωσαν εκρηκτικό χαρακτήρα στα αντιπολιτευτικά αισθήματα.

Το μόνο στοιχείο που μετριάζει τον φόβο του οριστικού διχασμού είναι η συγκρατημένη, μέχρι στιγμής, αντίδραση του Βλαντιμίρ Πούτιν – ενός τολμηρού και αδίστακτου, αλλά όχι απερίσκεπτου ηγέτη. Σε αντίθεση με την περίπτωση της Κριμαίας, ο Ρώσος πρόεδρος δεν αναγνώρισε το δημοψήφισμα, καθιστώντας σαφές ότι δεν προτίθεται να απορροφήσει το Λουγκάνσκ και το Ντονέτσκ στη Ρωσική Ομοσπονδία. Εχοντας πάρει τις αποστάσεις του, φιλοδοξεί να παίξει τον ρόλο του μεσολαβητή μεταξύ Κιέβου και Ντονέτσκ, προκειμένου να εξασφαλίσει αυτό που πραγματικά τον ενδιαφέρει: εγγυήσεις ότι η Ουκρανία δεν θα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και μετατροπή της χώρας σε ομοσπονδία, κάτι που θα κατοχυρώνει ντε φάκτο τον προνομιακό ρόλο της Ρωσίας στις ρωσόφωνες ανατολικές περιοχές.

Αν κάτι επιτρέπει περιορισμένη αισιοδοξία για τις πιθανότητες ενός συμβιβασμού, αυτό εντοπίζεται στην αμοιβαία εξάντληση και στην παραλυτική ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των δύο στρατοπέδων. Ούτε το Κίεβο ούτε οι αυτονομιστές μπορούν πλέον να ελπίζουν ότι θα επικρατήσουν ολοκληρωτικά χωρίς έναν γενικευμένο εμφύλιο πόλεμο σε μια χώρα 46 εκατομμυρίων κατοίκων, με έκταση μεγαλύτερη της Γερμανίας, μπροστά στον οποίο η γιουγκοσλαβική τραγωδία θα μοιάζει με τρικυμία σε ένα ποτήρι νερό.

Ελπίδες στον ΟΑΣΕ

Για τη Ρωσία, η άμεση εμπλοκή σε μια τέτοια σύγκρουση θα επιφέρει σοβαρές απώλειες και συντριπτικές οικονομικές κυρώσεις, κάτι που θα απειλούσε να διαβρώσει ταχύτατα την τεράστια, αυτή τη στιγμή, δημοτικότητα του Πούτιν στην ίδια τη χώρα του. Αλλά ούτε η Δύση μπορεί να αγνοεί τις νόμιμες ανησυχίες ενός μεγάλου τμήματος του ουκρανικού πληθυσμού και να ταυτίζεται απολύτως με μια εύθραυστη κυβέρνηση, που στηρίζεται σε άκρως αμφιλεγόμενα στοιχεία της ακροδεξιάς και των ολιγαρχών.

Με αυτά τα δεδομένα, οι ελπίδες για πολιτική υπέρβαση της κρίσης συγκεντρώνονται στις πυρετώδεις διπλωματικές διεργασίες υπό την αιγίδα του ΟΑΣΕ για τη σύγκληση μιας δεύτερης διεθνούς διάσκεψης για το ουκρανικό πρόβλημα, της λεγόμενης «Γενεύης ΙΙ». Στόχος είναι να υπάρξει συμφωνία ανάμεσα στην ουκρανική κυβέρνηση και τη φιλορωσική αντιπολίτευση, με διεθνείς εγγυήσεις, για την αντιμετώπιση των κρίσιμων προβλημάτων (συνταγματική αναθεώρηση, αυτονομία των περιοχών κ.λπ.), η οποία θα επιτρέψει την ομαλή διεξαγωγή των προεδρικών εκλογών της 25ης Μαΐου. Ο ελάχιστος χρόνος που απομένει κάνει να μοιάζει με πραγματικό θαύμα ένα παρόμοιο επίτευγμα, αν και άνθρωποι και κυβερνήσεις όχι σπάνια επιλέγουν το σωστό μόνο στις δώδεκα παρά πέντε, αφού έχουν εξαντλήσει όλη την γκάμα των εσφαλμένων επιλογών που τους οδήγησαν στο χείλος του γκρεμού.

Η Γερμανία σε ρόλο γεφυροποιού

Θεωρητικά, ο πρώτος ρόλος στις προσπάθειες διεθνούς διαμεσολάβησης για το ουκρανικό πρόβλημα ανήκει στον πρόεδρο του ΟΑΣΕ, Ντιντιέ Μπουρκχάλτερ, ο οποίος διατηρεί σχέσεις εμπιστοσύνης τόσο με τη Δύση όσο και με τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Από την περασμένη εβδομάδα, ωστόσο, βγήκε δυναμικά στο προσκήνιο η Γερμανία, η οποία, χάρη στη θέση της στο ΝΑΤΟ, αλλά και στις προνομιακές ενεργειακές και οικονομικές σχέσεις της με τη Ρωσία, προσφέρεται για τον ρόλο γεφυροποιού.

Την περασμένη Τρίτη, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγερ, ταξίδεψε στο Κίεβο και στην Οδησσό, καταβάλλοντας εργώδεις προσπάθειες να ρίξει τους τόνους της αντιπαράθεσης και να διευκολύνει την πραγματοποίηση «συζητήσεων στρογγυλής τραπέζης» μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και εκπροσώπων των ρωσόφωνων της ανατολικής Ουκρανίας. Η Γερμανία προειδοποίησε τη Ρωσία ότι δεν θα διστάσει να αποδεχθεί την επιβολή πολύ σοβαρότερων κυρώσεων, αν το Κρεμλίνο δεν συμβάλει στην υπέρβαση της κρίσης, αλλά και καλωσόρισε τη συγκρατημένη αντίδραση του προέδρου Πούτιν στο δημοψήφισμα της περασμένης Κυριακής.