ΚΟΣΜΟΣ

Άποψη: Μην ξεχάσουμε τι χρωστάμε στην Ευρώπη

Άποψη: Μην ξεχάσουμε τι χρωστάμε στην Ευρώπη

Η μάχη των ευρωεκλογών μπορεί να καταλήξει σε μια μεγάλη επιτυχία των λαϊκίστικων αντι-Ε.Ε. κομμάτων στην ήπειρο, στέλνοντας έναν Δούρειο Ιππο στην καρδιά των Βρυξελλών και ενισχύοντας έναν συνασπισμό δεξιών κομμάτων που εννοούν να ακυρώσουν την πρώτη επαγγελία της Συνθήκης της Ρώμης: «Να θέσουμε τα θεμέλια μιας ολοένα και στενότερης ένωσης των λαών της Ευρώπης».

Στη Βρετανία, ο Νάιτζελ Φάρατζ του Κόμματος της Ανεξαρτησίας ισχυρίζεται ότι η Ε.Ε. είναι ένα αποτυχημένο σχέδιο, που βασίζεται σε ένα αποτυχημένο νόμισμα το οποίο αφαιμάσσει αρκετά κράτη-μέλη και απειλεί τον βρετανικό τρόπο ζωής με την πολιτική «ανοιχτών θυρών» έναντι των μεταναστών. «Εγκαταλείποντας την Ε.Ε. και ευημερώντας, μπορούμε να καταφέρουμε αποφασιστικό πλήγμα σε εκείνους που εννοούν να δημιουργήσουν ένα υπερκράτος», διατείνεται ο Φάρατζ.

Τα πρώτα 50 χρόνια του 20ού αιώνα ήταν για την Ευρώπη χρόνια οικονομικών αναταράξεων, πολέμων και καταστροφής γενεών ολόκληρων, νέων ανθρώπων. Το 1951, έξι ευρωπαϊκές χώρες συνεργάστηκαν για να δημιουργήσουν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα, «ένα πρώτο βήμα προς την ευρωπαϊκή ομοσπονδία», από την οποία γρήγορα προέκυψε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, η κοινή αγορά.

Οπως έγραψε η Χάνα Αρεντ, το εγχείρημα αυτό, ύστερα από δύο παγκόσμιους πολέμους, προσέφερε «συγγνώμη και ελπίδα». Κατά τον Ζακ Ντελόρ, το δίλημμα ήταν «ενοποίηση ή παρακμή». Τις επόμενες δεκαετίες, με τα μέλη της Ε.Ε. να αυξάνονται σε 28, τον πληθυσμό της να ανέρχεται σε 500 εκατομμύρια και την οικονομία της να αντιπροσωπεύει το 20% της παγκόσμιας, οι προκλήσεις έγιναν πολύ περισσότερο σύνθετες.

Πώς να ισορροπήσουμε ανάμεσα στην απαίτηση για εθνική κυριαρχία και την τάση για συγκέντρωση εξουσιών; Πώς να διατηρήσουμε την εθνική μας ταυτότητα, εφαρμόζοντας ταυτόχρονα πολιτική ανοιχτών συνόρων, στο πλαίσιο της «ελεύθερης κίνησης ανθρώπων, εμπορευμάτων, υπηρεσιών και κεφαλαίων»; Οι φόβοι για γερμανική ηγεμονία και η δυσπιστία των ψηφοφόρων απέναντι σε μια αδιαφανή Ε.Ε. προκαλούν κρίση εμπιστοσύνης. Αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης μετασχηματίστηκε σε ανοιχτή εχθρότητα όταν κατέρρευσαν οι τράπεζες, το 2008. Χώρες όπως η Βρετανία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιταλία αντιμετώπισαν τεράστια δεινά. Αντί να μειωθούν τα χρέη χωρών όπως η Ελλάδα, τα χρήματα των φορολογουμένων πήγαν στις τράπεζες, ενώ οι δραματικές περικοπές άφησαν τους καταναλωτές με λιγότερα χρήματα.

Παραμένει ωστόσο γεγονός ότι οι αποφάσεις της Ε.Ε. επέφεραν τεράστια βελτίωση σε τομείς όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, η καταπολέμηση των διακρίσεων ανάμεσα στα δύο φύλα, οι γονικές παροχές και τα δικαιώματα των εργαζομένων μερικής απασχόλησης. Προφανώς, ο αγώνας για μια καλύτερη Ε.Ε. βρίσκεται μπροστά μας. Η δημιουργία θέσεων εργασίας και η γενναία επένδυση στην εκπαίδευση είναι ζητήματα ζωτικής σημασίας, αν πρόκειται να προχωρήσει το ευρωπαϊκό σχέδιο. Το τραπεζικό σύστημα χρειάζεται αναδιάρθρωση, ώστε να υπάρξει και πάλι ρευστότητα για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Ενα καινούργιο μοντέλο κυριαρχίας στο πλαίσιο της Ε.Ε. χρειάζεται να επινοηθεί, με λιγότερη αλαζονεία απέναντι στις διαθέσεις των εκλογέων. Ωστόσο, μεγάλο μέρος της αρνητικής ρητορικής εναντίον των «ξένων» αναβιώνει το πιο άσχημο πρόσωπο του λαϊκισμού και του εθνικισμού.

Οταν βρεθούμε απέναντι στην κάλπη, καλό είναι να θυμηθούμε ότι για περισσότερα από 70 χρόνια μια ενωμένη Ευρώπη μάς εξασφάλισε ένα πολύ καλύτερο μέλλον από τις σφαγές που είχαν προηγηθεί. Κι αυτό πρέπει να μετρήσει σοβαρά.