ΚΟΣΜΟΣ

«Συγκυβέρνηση» παρατάξεων στην Ευρωβουλή

«Συγκυβέρνηση» παρατάξεων στην Ευρωβουλή

Ενα σημαντικό και σε γενικές γραμμές άγνωστο χαρακτηριστικό του Ευρωκοινοβουλίου είναι ότι καμία ευρωομάδα δεν έχει λάβει ποτέ την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Το Ευρωκοινοβούλιο είναι αδύνατον να αποφασίσει αν δεν υπάρξει συνεννόηση είτε μεταξύ των δύο μεγαλύτερων ομάδων (Λαϊκού Κόμματος και Σοσιαλιστών) είτε μεταξύ μιας μεγάλης ομάδας και περισσότερων μικρών.

Από αυτή την άποψη, η υποτιθέμενη διαμάχη κορυφής ανάμεσα στον σοσιαλιστή πρόεδρο του Ευρωκοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς και στον συντηρητικό πρώην πρόεδρο του Eurogroup Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ για την ψήφο των Ευρωπαίων πολιτών δεν έχει ιδιαίτερο νόημα. Οι παρατάξεις τις οποίες εκπροσωπούν όχι μόνο θα συγκυβερνήσουν μετεκλογικά (όρος αδόκιμος, αφού το Ευρωκοινοβούλιο κατά βάση δεν κυβερνά, απλώς ελέγχει την εξουσία) αλλά συγκυβερνούν ήδη. Και αν τυχόν κάποιος από τους δύο διοριστεί πρόεδρος της Κομισιόν, αυτό θα γίνει μόνο με αντάλλαγμα την τοποθέτηση εκπροσώπου της άλλης πολιτικής ομάδας σε κάποιο από τα υπόλοιπα σημαντικά ευρωπαϊκά αξιώματα που αντιμετωπίζονται ως «πακέτο» από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων. Μερίδιο στη μοιρασιά, μερικές φορές δυσανάλογο σε σχέση με την εκλογική τους επιρροή, διεκδικούν και οι φιλελεύθεροι, η παράταξη των Γκι Φερχόφσταντ και Ολι Ρεν.

Ο Βρετανός ιστορικός Τίμοθι Γκάρτον Ας υπογράμμισε ότι καθώς η εκλογική επιρροή των πυλώνων του ευρωπαϊκού συστήματος εξουσίας συρρικνώνεται, η συνεργασία τους εντείνεται. «Τα παραδοσιακά κόμματα θα ενωθούν σε έναν συνασπισμό. Ετσι, το Ευρωκοινοβούλιο θα γίνει πιο αδιαπέραστο από ποτέ, προσφέροντας στις ομάδες πίεσης τρομερές δυνατότητες να αναμιχθούν στη διαδικασία», τόνισε.

Στο τελευταίο ντιμπέιτ, που έγινε την περασμένη εβδομάδα στη Γερμανία μόνο μεταξύ των Μάρτιν Σουλτς και Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ, τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης δεν κατόρθωσαν να εντοπίσουν σημεία διαφωνίας και πραγματικές αποκλίσεις. «Ευτυχώς που ο Μάρτιν Σουλτς είχε αναφερθεί στην απομάκρυνση θρησκευτικών συμβόλων από δημόσιους χώρους, αλλιώς οι χριστιανοδημοκράτες θα δυσκολεύονταν να στείλουν στις κάλπες ακόμη και την παραδοσιακή εκλογική τους πελατεία» σχολίασε η εφημερίδα FAZ.

Για τη γερμανική κυβέρνηση, το διακύβευμα των εκλογών είναι η διατήρηση των ποσοστών των χριστιανοδημοκρατών – ιδανικά στο 41,5% των βουλευτικών εκλογών του Σεπτεμβρίου και εναλλακτικά στο 37,9% των προηγούμενων ευρωεκλογών. Στη γενικά υποτονική γερμανική προεκλογική εκστρατεία, το μόνο θέμα που άναψε τα αίματα ήταν οι οξύτατες αντιδράσεις εναντίον της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου Ευρώπης – Αμερικής, την οποία διαπραγματεύεται στο όνομα των Ευρωπαίων πολιτών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στην τελευταία προεκλογική ομιλία της Αγκελα Μέρκελ στο Αμβούργο, η παρουσία των διαδηλωτών ήταν τόσο έντονη, ώστε η καγκελάριος υποχρεώθηκε να αφιερώσει τη μισή ομιλία της σε επιχειρήματα υπέρ της αμφιλεγόμενης συμφωνίας.

Η αντιευρωπαϊκή ψήφος

Στο εσωτερικό της χώρας, τα ποσοστά που θα παρακολουθήσει με ενδιαφέρον το βράδυ της Kυριακής η γερμανική κυβέρνηση είναι αυτά του κόμματος AfD. Το νεοεμφανιζόμενο κόμμα, που ασκεί δριμύτατη κριτική στη διαχείριση της κρίσης της Ευρωζώνης από την κυβέρνηση Μέρκελ δείχνει, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, να αυξάνει το ποσοστό του στο 7%. Καμπάνια με αφίσες έντονα επικριτικές προς την Ε.Ε. έκανε και το ακροδεξιό NPD, το οποίο, μετά την αλλαγή του εκλογικού νόμου, θεωρείται πιθανό να εκπροσωπηθεί για πρώτη φορά στην Ευρωβουλή.

Εκτός Γερμανίας, το βράδυ της Κυριακής το Βερολίνο θα μετρήσει την εκλογική αποτύπωση της δυσαρέσκειας απέναντι στις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ενωσης και απέναντι στο σύνολο του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Το γιατί η αντιευρωπαϊκή ψήφος στη Γαλλία, την Ιταλία, τη Βρετανία και αλλού απασχολεί ιδιαίτερα τη γερμανική πρωτεύουσα μπορεί να απαντηθεί με βάση το γενικό συμπέρασμα του Γκάρτον Ας. «Η ευρωπαϊκή πολιτική σήμερα είναι ασύλληπτα περίπλοκη και την ίδια στιγμή εκπληκτικά απλή», γράφει. «Από τη μία πλευρά, χιλιάδες λέξεις δεν αρκούν για να την περιγράψουν. Από την άλλη πλευρά, μπορεί να εξηγηθεί με τέσσερις λέξεις: Εξαρτάται από τη Γερμανία».