ΚΟΣΜΟΣ

Ο Ταγίπ Ερντογάν φιμώνει τον Τύπο

Ο Ταγίπ Ερντογάν φιμώνει τον Τύπο

Φαίνεται ότι ο Ταγίπ Ερντογάν δεν αρκείται στο να ελέγχει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, την πλειονότητα των τουρκικών εφημερίδων και τηλεοπτικών καναλιών. Στις 4 Μαρτίου, η κυβέρνηση έσπευσε να υλοποιήσει με ζήλο τις προσταγές του απολυταρχικού ηγέτη, θέτοντας υπό τον έλεγχό της την εφημερίδα μου, τη Zaman –πρώτη σε κυκλοφορία στην Τουρκία– και την αγγλόφωνη έκδοσή της, την Today’s Zaman. Ηταν δύο από τις τελευταίες ανεξάρτητες φωνές στον χώρο των τουρκικών εφημερίδων. Εκείνη την ημέρα, ένα ελεγχόμενο από την κυβέρνηση δικαστήριο διόρισε διαχειριστές, εκτοπίζοντας τη διεύθυνση των δύο εφημερίδων. Τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας, ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας εισέβαλαν στα γραφεία των εφημερίδων, διαλύοντας διαδηλωτές που είχαν σπεύσει εκεί, με δακρυγόνα και αντλίες νερού. Οι αστυνομικοί παραβίασαν τη σιδερόπορτα και διέκοψαν τη σύνδεση των εφημερίδων με το Διαδίκτυο, εμποδίζοντας τους δημοσιογράφους να βγάλουν ειδικές εκδόσεις για τη δικαστική παρέμβαση.

Ηδη πριν από την περιπέτεια της Zaman, περισσότεροι από 20 δημοσιογράφοι βρίσκονταν στη φυλακή. Ωστόσο η 4η Μαρτίου θα μείνει στην ιστορία ως μια αποφράδα ημέρα για την ελευθεροτυπία και τα συνταγματικά δικαιώματα. Τον Νοέμβριο, δύο εξέχοντες Τούρκοι δημοσιογράφοι, ο Τσαν Ντουντάρ και ο Ερντέμ Γκιουλ, διευθυντικά στελέχη της εφημερίδας Cumhuriyet, συνελήφθησαν με την κατηγορία ότι βοηθούσαν μια ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση και ότι δημοσιοποίησαν υλικό που έβλαπτε την εθνική ασφάλεια. Παρότι απελευθερώθηκαν τον περασμένο μήνα, αφού το συνταγματικό δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση των δικαιωμάτων τους, εξακολουθούν να τελούν υπό δικαστική δίωξη, κινδυνεύοντας, αν κριθούν ένοχοι, να καταδικαστούν σε ισόβια κάθειρξη. Ο κ. Ερντογάν δήλωσε ότι «δεν τρέφει κανένα σεβασμό» έναντι της δικαστικής απόφασης για την απελευθέρωσή τους.

Οι εξελίξεις αυτές δεν εκπλήσσουν. Τον Δεκέμβριο του 2014, οι Αρχές συνέλαβαν τον τότε διευθυντή σύνταξης της Zaman, Εκρέμ Ντουμανλί, στο πλαίσιο συστηματικής εκστρατείας εναντίον επικριτών της κυβέρνησης. Ο προκάτοχός μου στην Today’s Zaman, Μπουλέντ Κενές, φυλακίστηκε τον περασμένο Οκτώβριο για επικριτικά, έναντι των κυβερνώντων, σχόλια στο Twitter. Σε μένα την ίδια επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης με αναστολή για απάντηση τρίτου προσώπου σε σχόλιο που είχα διατυπώσει, και πάλι στο Twitter.

Γιατί άραγε γίναμε στόχοι του προέδρου μας; Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, η Zaman και η Today’s Zaman τιμωρήθηκαν για διάχυση «προπαγάνδας τρομοκρατικών οργανώσεων» και για παροχή βοήθειας σε τρομοκρατικές οργανώσεις. Η κατηγορία αυτή έχει καταντήσει στερεότυπο, που καλύπτει κάθε δίωξη εναντίον επικριτών της κυβέρνησης.

Στο παρελθόν, η Zaman και η Today’s Zaman υποστήριζαν τις πολιτικές του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) υπό τον Ταγίπ Ερντογάν – πολιτικές που ήταν φιλικές προς τη Δύση, ευνοούσαν τον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας και την προώθηση μεταρρυθμίσεων οι οποίες θα άνοιγαν τον δρόμο για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Από την αρχή αυτής της δεκαετίας, όμως, ο κ. Ερντογάν και το κόμμα του κινούνται σε ολοένα και περισσότερο αυταρχική κατεύθυνση.

Πάρτε για παράδειγμα τη βάναυση απάντηση της αστυνομίας στις διαδηλώσεις του 2013, στο πάρκο Γκεζί, στην Κωνσταντινούπολη, με αφορμή ένα αμφιλεγόμενο σχέδιο ανάπλασης, που προέβλεπε να χτιστούν malls στη θέση του αστικού πράσινου. Η βίαιη αντιμετώπιση των διαδηλώσεων προβλήθηκε από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης και έγινε αντικείμενο κριτικής από τους πιο στενούς συμμάχους της Τουρκίας στη Δύση.

Αυτό εδώ μπορεί να είναι το τελευταίο άρθρο που γράφω ως διευθύντρια σύνταξης της Today’s Zaman, αφού εξέφρασα την αντίθεσή μου στη μετατροπή της εφημερίδας μου σε χαλκείο κυβερνητικής προπαγάνδας. Η διεθνής κοινότητα οφείλει να πει στον κ. Ερντογάν: «Μέχρι εδώ!». Οπως έδειξε η απόφαση του συνταγματικού δικαστηρίου για την απελευθέρωση των δύο συναδέλφων της Cumhuriyet έπειτα από σχετικές δηλώσεις του Αμερικανού αντιπροέδρου Τζο Μπάιντεν, η διεθνής κοινότητα εξακολουθεί να ασκεί σημαντική επιρροή στην Τουρκία. Αν η Δύση κάνει τα στραβά μάτια στον απολυταρχικό κατήφορο του κ. Ερντογάν, κινδυνεύει να χάσει μια χώρα που αντιπροσωπεύει έναν σταθερό σύμμαχο και ένα σπάνιο παράδειγμα δημοκρατίας σε μουσουλμανική χώρα.

Στο στόχαστρο τα κοινωνικά δίκτυα

Τον Μάρτιο του 2014, ο τότε πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν (θα εκλεγόταν πρόεδρος ύστερα από λίγους μήνες) έδωσε μια γεύση της καινούργιας στρατηγικής που θα ακολουθούσε και η οποία απαιτούσε τη φίμωση κάθε αντιπολιτευόμενης φωνής, όταν αξίωσε να τερματιστεί η πρόσβαση σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook και το YouTube. Εφτασε μάλιστα να χαρακτηρίσει το Twitter «τη χειρότερη απειλή για την κοινωνία μας».

Στην πραγματικότητα, η καταστολή είχε αρχίσει το 2013, ύστερα από δύο πολύκροτες δικαστικές έρευνες, που οδήγησαν στον εξοστρακισμό αρκετών υπουργών οι οποίοι κατηγορούνταν για διαφθορά.

Επιχειρώντας να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη, ο κ. Ερντογάν κατηγόρησε τους επικριτές του ότι ανήκουν σε μια «παράλληλη δομή» (σ.σ. παρακράτος), οργανωμένη από τον Τούρκο ιεροκήρυκα Φετουλάχ Γκιουλέν και το κίνημα Χιμζέτ, με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης. Ακολούθησε ένα κυνήγι μαγισσών εναντίον στελεχών της δημόσιας διοίκησης, επιχειρηματιών, δημοσιογράφων, εκπαιδευτικών, φιλανθρώπων και απλών πολιτών, οι οποίοι κατηγορούνταν για συμπάθειες προς τον κ. Γκιουλέν – αυτοεξόριστο στην Πενσιλβάνια των ΗΠΑ από το 1999. Η Zaman δημοσίευε κατά καιρούς κηρύγματα του κ. Γκιουλέν, ο οποίος, ωστόσο, δεν είχε επίσημη σχέση με τον εκδοτικό όμιλο της εφημερίδας. Παρ’ όλα αυτά, το δικαστήριο διέταξε τον διορισμό διαχειριστών στην εφημερίδα, όπως και στην αγγλόφωνη έκδοσή της, προβάλλοντας το αναπόδεικτο επιχείρημα ότι ελέγχονταν από τον κ. Γκιουλέν. Πολλοί συνάδελφοί μου –όπως και εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο– εμπνέονται από την ειρηνόφιλη, μετριοπαθή διδασκαλία του, αλλά θα αποτελούσε προσβολή στην ακεραιότητα και τη νοημοσύνη τους να ισχυρισθεί κανείς ότι χειραγωγούνται από οποιονδήποτε.