ΚΟΣΜΟΣ

Τα βαθύτερα αίτια μιας κάθετης πτώσης

Τα βαθύτερα αίτια μιας κάθετης πτώσης

Η Ιταλία βρίσκεται στη συνήθη πολιτική της κατάσταση: την κυβερνητική αστάθεια. Δεκαετίες τώρα οι ευρωπαϊκές χώρες θεσπίζουν ενισχυμένα εκλογικά συστήματα για να αποφύγουν την «ιταλοποίηση», την εναλλαγή δηλαδή ασταθών συμμαχικών κυβερνήσεων στην εξουσία. Mε την παραίτηση του Ματέο Ρέντσι ολοκληρώθηκε ο κύκλος ζωής της 63ης κυβέρνησης τα τελευταία 70 χρόνια. Αν κάνει δηλαδή κάποιος τα μαθηματικά, θα διαπιστώσει ότι κάθε κυβέρνηση έχει μέσο όρο ζωής ένα χρόνο και κάτι.

Η συνταγματική μεταρρύθμιση που καταψηφίστηκε στο δημοψήφισμα της περασμένης Κυριακής είχε μεταξύ άλλων στόχο να αντιμετωπίσει και αυτή την παθογένεια της πολιτικής ζωής στην Ιταλία.

Ωστόσο πολλοί, ακόμη και μέσα στο ίδιο το κόμμα του Ρέντσι, μίλησαν για εκτρωματικό εκλογικό νόμο, για σύνθετες συνταγματικές αλλαγές που δεν επρόκειτο να απλοποιήσουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων ούτε να περιορίσουν το κόστος λειτουργίας των θεσμών, ενώ ταυτόχρονα προβλέπονταν ενισχυμένες εξουσίες για τον πρωθυπουργό.

Οι διαφορές

Η ανταρσία στο Δημοκρατικό Κόμμα από τους ιστορικούς του ηγέτες, τον Πιερλουίτζι Μπερσάνι και τον Μάσιμο ντ’ Αλέμα, δεν ήταν μόνο προϊόν ρεβανσισμού απέναντι στην οίηση του πρώην δημάρχου της Φλωρεντίας. Σε μεγάλο βαθμό οι διαφορές τους με τον Ρέντσι ήταν και ιδεολογικές. Αλλωστε ο παραιτηθείς πρωθυπουργός δεν κατάφερε να διατηρήσει την αρχική δημοτικότητά του, με αποτέλεσμα το δημοψήφισμα να μετατραπεί σε ψήφο εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του. Δεν είναι τυχαίο ότι στις καθυστερημένες περιοχές του Νότου με τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας και φτώχειας, που συχνά αποκηρύσσονται ως «η Ελλάδα της Ιταλίας», το «Οχι» συγκέντρωσε τα υψηλότερα ποσοστά του.

Εντέλει η σύνθετη διατύπωση του ερωτήματος στο δημοψήφισμα φαίνεται ότι μπέρδεψε πολλούς ψηφοφόρους, που φάνηκαν να μην ενδιαφέρονται για τις συνταγματικές αλλαγές καθεαυτές, αλλά για την ακολουθούμενη οικονομική πολιτική του Ρέντσι.

Το γεγονός ότι δεν κατάφερε να μειώσει την ανεργία (σταθερά κοντά στο 11,5% έως 12%) και δη στους νέους (τριπλάσιο ποσοστό από τον εθνικό μέσο όρο), αλλά και η όψιμη λαϊκίστικη στροφή του με παροχολογία και ευρωσκεπτικισμό (π.χ. τη σύγκρουσή του με την Ε.Ε. για τον προϋπολογισμό και την απομάκρυνση της ευρωπαϊκής σημαίας από το γραφείο του), τελικά πέτυχε να τον αποξενώσει τόσο από τα λαϊκά στρώματα όσο και από τη φιλοευρωπαϊκή ελίτ στη χώρα του.

Η ερμηνεία ότι η συντριπτική επικράτηση του «Οχι» αποτελεί νίκη του λαϊκισμού στην Ιταλία θεωρείται απλουστευτική, αφού π.χ. ορισμένοι θεώρησαν ότι με την αρνητική τους ψήφο προασπίζονται τη σοφία του μεταπολεμικού Συντάγματος, το οποίο σημειωτέον είχε στόχο να αποτρέψει την επανεμφάνιση ενός νέου Μπενίτο Μουσολίνι στην εξουσία.

Οποιο πάντως κι αν είναι το αποτέλεσμα αυτής της νέας περιόδου πολιτικής αστάθειας που ξεκινάει στην Ιταλία –ο σχηματισμός κυβέρνησης τεχνοκρατών, οι πρόωρες εκλογές και οι συνακόλουθοι τριγμοί στο τραπεζικό σύστημα και στην οικονομία της χώρας–, η ενίσχυση του Κινήματος των Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο είναι αναμφισβήτητη. Ωστόσο πιθανότατα θα έρθει δεύτερο σε ενδεχόμενη αναμέτρηση, με το Δημοκρατικό Κόμμα να παραμένει προς το παρόν πρώτη εκλογική δύναμη.

Η κινδυνολογία

Συνεπώς, η κινδυνολογία ότι έχει αρχίσει η διάλυση της Ευρωζώνης μετά το δημοψήφισμα είναι μάλλον πρόωρη. Την ίδια στιγμή ο Ρέντσι έδειξε τη διάθεση να παραμείνει στο παιχνίδι, αρνούμενος να παραιτηθεί από την ηγεσία του κόμματός του παρά τις πιέσεις. Είπε μεν ότι θα παραμείνει στην Τοσκάνη για να παίξει Playstation με τα τρία παιδιά του, αλλά ταυτόχρονα διεμήνυσε ότι δεν τον τρομάζουν οι εκλογές, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η παραίτησή του από την πρωθυπουργία δεν σημαίνει και απόσυρση από την πολιτική ζωή συνολικά.

Εκλογές πριν από την άνοιξη του 2017 είναι δύσκολο να γίνουν, καθώς το Συνταγματικό Δικαστήριο θα αρχίσει να εξετάζει τις προσφυγές για τον εκλογικό νόμο στις 24 Ιανουαρίου. Εως τότε, ο Ρέντσι είναι πιθανό να έχει ανασυνταχθεί και να αποφασίσει να ξανακατεβεί υποψήφιος. Πολιτικοί αναλυτές θεωρούν ότι είναι πολύ νέος και πολύ φιλόδοξος για να τελειώσει έτσι άδοξα την πολιτική του σταδιοδρομία.