ΚΟΣΜΟΣ

Αλλο πράγμα η εκεχειρία και άλλο η ειρήνη…

Αλλο πράγμα η εκεχειρία και άλλο η ειρήνη…

«Δεν έχω δει ποτέ ανθρώπους να υποφέρουν τόσο. Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς επέζησαν οι άμαχοι», δήλωσε ο επικεφαλής του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στη Μέση Ανατολή, Ρόμπερτ Μαρντίνι, μεταφέροντας επί λέξει τη μαρτυρία συναδέλφου του από το Ανατολικό Χαλέπι. Τέσσερις εβδομάδες αφότου ξεκίνησε η τελική επίθεση του συριακού στρατού κατά των ανταρτών, 15 μήνες μετά την κρίσιμη απόφαση της Ρωσίας να επέμβει στον συριακό εμφύλιο και τεσσεράμισι χρόνια μετά το πέρασμα του Ανατολικού Χαλεπίου στα χέρια των ανταρτών, ο συριακός στρατός ανέκτησε στα μέσα της εβδομάδας τον έλεγχο της πόλης που προπολεμικά ήταν πληθυσμιακά ακόμη μεγαλύτερη και οικονομικά ακόμη σημαντικότερη από την πρωτεύουσα Δαμασκό.

Σήμερα, το Χαλέπι είναι ένας σωρός ερειπίων, από τα οποία πέρασε την Πέμπτη και την Παρασκευή ένα γιγάντιο πράσινο «φίδι», μια ατελείωτη σειρά λεωφορείων και ασθενοφόρων, που μετέφεραν μακριά από την πόλη-φάντασμα 9.500 ανθρώπους, μεταξύ αυτών 4.500 αντάρτες και 337 τραυματίες. Πολλές οικογένειες περίμεναν τη σειρά τους στο κρύο, παρά τα διαδοχικά προβλήματα που σταματούσαν και έθεταν εκ νέου σε κίνηση τη διαδικασία.

Η τελική μάχη για το Χαλέπι περιγράφτηκε με δύο πολύ διαφορετικά αφηγήματα, με τη Δύση να καταγγέλλει εγκλήματα πολέμου και μαζικές εκτελέσεις και τη Συρία και τη Ρωσία να θριαμβολογούν για την απελευθέρωση της πόλης από τους τρομοκράτες τζιχαντιστές.

«Το Χαλέπι θα προστεθεί στα συμβάντα της παγκόσμιας ιστορίας που ορίζουν το σύγχρονο κακό και κηλιδώνουν τη συνείδησή μας επί δεκαετίες: Χαλάμπτσα, Ρουάντα, Σρεμπρένιτσα και τώρα Χαλέπι», είπε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ η πρέσβης των ΗΠΑ Σαμάνθα Πάουερ. «Δεν αισθάνεστε ντροπή;», διερωτήθηκε.

«Θυμηθείτε ποια χώρα εκπροσωπείτε», απάντησε ο Ρώσος πρέσβης Βιτάλι Τσούρκιν. «Το ΙSIS δημιουργήθηκε ως συνέπεια της αμερικανοβρετανικής εισβολής στο Ιράκ. Δεν θέλω να αναφερθώ στον ρόλο που έπαιξε η δυτική τρόικα (σ.σ.: ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία) στην πυροδότηση της συριακής κρίσης, ανοίγοντας τον δρόμο στην τρομοκρατία στη Συρία και το Ιράκ».

Το ISIS (Ισλαμικό κράτος) στο οποίο αναφέρθηκε ο Τσούρκιν δεν βρίσκεται στο Χαλέπι, όμως οι ηττημένοι υπερασπιστές της πόλης, οι αντικαθεστωτικοί της Τζαμπάτ Φατάχ αλ Σαμ (πρώην παρακλάδι της Αλ Κάιντα γνωστό ως Τζαμπάτ αλ Νούσρα) κινούνται σε παρόμοιες κατευθύνσεις. Ενας από τους βασικούς καθοδηγητές της αντίστασης, ο Σαουδάραβας κληρικός Αμπντουλάχ αλ Μουχαϊσινί, έστελνε στις μητέρες των καμικάζι του Χαλεπίου βίντεο με τους γιους τους, πριν ανατιναχθούν, στα οποία τους επαινούσε και τους υποσχόταν ότι «το βράδυ θα βρίσκονται στον παράδεισο και θα παντρευτούν τις όμορφες μελαχρινές παρθένες».

Το ποιόν των αντικαθεστωτικών είναι η απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα «γιατί δεν τους βοηθάμε;», που απηύθυναν πολλοί στη Δύση. Το αίσθημα αδυναμίας της κοινής γνώμης απέναντι στο ανηλεές σφυροκόπημα της πόλης συμπληρώθηκε από ένα άλλου είδους αίσθημα αδυναμίας των δυτικών ελίτ, που είδαν τη Ρωσία να αναδεικνύεται σε βασικό τοποτηρητή της Βορειοδυτικής Συρίας. Η Μόσχα θεωρεί ότι, με τη βοήθειά της, έως την άνοιξη ο συριακός στρατός θα έχει ανακτήσει τον έλεγχο όλων των περιοχών που παραμένουν στα χέρια των αντικαθεστωτικών, περιλαμβανομένου και του Ιντλίμπ, στο οποίο κατευθύνθηκαν κάποιοι απ’ όσους φεύγουν τώρα από το Χαλέπι, με κίνδυνο να βρεθούν σύντομα εγκλωβισμένοι σε μία ακόμη πολιορκία.

Η συμφωνία για τον τερματισμό των εχθροπραξιών του Χαλεπίου κλείστηκε ανάμεσα στη Ρωσία και την Τουρκία, ενώ ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν προανήγγειλε διπλωματικές ενέργειες με στόχο «καθολική κατάπαυση του πυρός σε ολόκληρη τη συριακή επικράτεια». Η Ρωσία, ως κύρια υποστηρίκτρια του καθεστώτος Ασαντ και η Τουρκία, ως κύρια υποστηρίκτρια των αντικαθεστωτικών, εξήγγειλαν διπλωματικές διαβουλεύσεις στην πρωτεύουσα του Καζακστάν, Αστάνα, παρακάμπτοντας, ουσιαστικά, την ειρηνευτική διαδικασία που καρκινοβατεί στο πλαίσιο του ΟΗΕ, στη Γενεύη.

Είναι όμως διαφορετικό ζήτημα μία εκεχειρία και διαφορετικό ζήτημα η διαπραγμάτευση μιας πολιτικής λύσης σε μια χώρα κατεστραμμένη, με μία γενιά βαθύτατα τραυματισμένη και με ποταμούς αίματος να έχουν κυλήσει ανάμεσα στη Δαμασκό και σε ένα μέρος του λαού που δεν αναγνωρίζει πια την εξουσία της.