ΚΟΣΜΟΣ

Αίνιγμα η εξωτερική πολιτική Τραμπ

Αίνιγμα η εξωτερική πολιτική Τραμπ

«Γρίφος, τυλιγμένος με μυστήριο, μέσα σ’ ένα αίνιγμα». Ο αφορισμός του Ουίνστον Τσώρτσιλ για τη Σοβιετική Ενωση θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στην εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ. Από την επομένη της εκλογής του, όλοι οι διεθνείς παίκτες προσπαθούσαν να μαντέψoυν τι είδους ανατροπές θα φέρει στον κόσμο ο πολιτικά άπειρος επιχειρηματίας και πώς θα μεταφραζόταν στην πράξη η προεκλογική του σαπουνόφουσκα «να κάνει την Αμερική και πάλι μεγάλη». Με την επιλογή του αφεντικού της ExxonMobil, Ρεξ Τίλερσον, για το καίριο αξίωμα του υπουργού Εξωτερικών, σχεδόν ολοκλήρωσε το επιτελείο του για θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας. Ωστόσο, αντί να καθησυχάσει τη διεθνή κοινότητα, αυτό το άκρως ετερογενές επιτελείο μάλλον εντείνει τη διάχυτη ανησυχία.

Της επιλογής Τίλερσον είχε προηγηθεί έντονη διαπάλη στο εσωτερικό των αμερικανικών ελίτ με κομβικό ζήτημα τις αμερικανορωσικές σχέσεις. Ο ίδιος ο Τραμπ, όπως και ο μελλοντικός σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του 45ου προέδρου, στρατηγός Μάικλ Φλιν, έχει ταχθεί υπέρ μιας πραγματιστικής συνεννόησης με τη Ρωσία εναντίον του κοινού εχθρού, του ισλαμικού φονταμενταλισμού. Στον απέναντι πόλο, ο εκλεγμένος αντιπρόεδρος Μάικ Πενς και ο στρατηγός Τζέιμς Μάτις, που επελέγη για το υπουργείο Αμυνας, φαίνεται να επιθυμούν τη συνέχιση της ορθόδοξης, σκληρής γραμμής.

Σ’ αυτό το φόντο, παρενέβη η CIA, με τη διαρροή της πολύκροτης έκθεσης περί ρωσικής παρέμβασης, μέσω διαδικτυακής πειρατείας, με στόχο να επηρεαστεί το αποτέλεσμα των πρόσφατων αμερικανικών εκλογών, προφανώς υπέρ του Τραμπ. Φυσικά, η αποκάλυψη ότι η Ρωσία ασκεί κατασκοπεία στις ΗΠΑ είναι τόσο «σκανδαλώδης» όσο η πληροφορία ότι ο Δαλάι Λάμα είναι βουδιστής. Αλλωστε είναι πασίγνωστο, ειδικά μετά την υπόθεση Σνόουντεν, ότι εάν κάποιος κατασκοπεύει όλο τον κόσμο, από το κινητό τηλέφωνο της Αγκελα Μέρκελ μέχρι τους υπολογιστές εκατομμυρίων Αμερικανών πολιτών, είναι η εκάστοτε κυβέρνηση της Ουάσιγκτον μέσω της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας (NSA). Κι αν κάποιος παρενέβη, ίσως καθοριστικά, υπέρ του Τραμπ στην τελική ευθεία των εκλογών, ήταν το ίδιο το FBI με την υπόθεση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Χίλαρι Κλίντον.

Η επιλογή-ορόσημο

Αψηφώντας τις πιέσεις, ο εκλεγείς πρόεδρος επέλεξε τελικά για το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έναν μεγαλοεπιχειρηματία που είχε κλείσει, την τελευταία δεκαετία, μεγάλες δουλειές με τη Ρωσία και είχε δεχθεί τιμητική διάκριση από τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Φυσικά, αυτό δεν τον καθιστά «φιλορώσο». Ως πρόεδρος μιας γιγαντιαίας πολυεθνικής, που λειτουργεί ως πραγματικό κράτος εν κράτει, ο Τίλερσον κοίταζε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των μετόχων του – τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Γεγονός είναι ότι οι διεθνείς εμπειρίες του στο τιμόνι του πετρελαϊκού μεγαθηρίου (επικερδής συνεργασία με τη Ρωσία, σύγκρουση με την Κίνα σε υπόθεση εδαφικών διαφορών της με το Βιετνάμ, αλλά και με τη Βενεζουέλα του Τσάβες) ταιριάζουν γάντι με τα ένστικτα του πολιτικού προϊσταμένου του.

Προβλέψιμα, η επιλογή Τίλερσον συνάντησε αντιδράσεις από τη ρωσοφοβική μερίδα των Ρεπουμπλικανών, που κινείται με τα στερεότυπα του Ψυχρού Πολέμου, όπως οι γερουσιαστές Τζον Μακέιν, πρώην αιχμάλωτος των Βιετκόγκ, και Μάρκο Ρούμπιο, γόνος Κουβανών αντικαστρικών από το Μαϊάμι. Ο Τίλερσον θα περάσει δύσκολες ώρες στη Γερουσία, η οποία πρέπει να δώσει το «πράσινο φως» για τον διορισμό του και όπου αρκεί η αποστασία ενός ή δύο Ρεπουμπλικανών για να δει «κόκκινη κάρτα».

Γεγονός είναι ότι η υποψηφιότητά του διαθέτει γερά χαρτιά. Προτάθηκε στον Τραμπ από τον Ρόμπερτ Γκέιτς, υπουργό Αμυνας επί κυβερνήσεων Μπους και Ομπάμα, ενώ υποστηρίχθηκε θερμά από τους Ρεπουμπλικανούς πρώην υπουργούς Εξωτερικών Τζέιμς Μπέικερ και Κοντολίζα Ράις, που μάλλον δεν μπορούν να κατηγορηθούν ως πράκτορες της KGB. Σημειωτέον ότι Ράις και Γκέιτς διετέλεσαν έμμισθοι σύμβουλοι της ExxonMobil, ενώ ένας άλλος «πετρελαιάς», που επίσης υποστηρίζει τον Τίλερσον, ο Ντικ Τσένι, έγινε ο αντιπρόεδρος με την ισχυρότερη επιρροή στην ιστορία των ΗΠΑ.

Ριζικά διαφορετική είναι η ατμόσφαιρα στις σχέσεις του Τραμπ με την Κίνα. Στις 2 Δεκεμβρίου ερέθισε το Πεκίνο όταν επικοινώνησε τηλεφωνικά με την πρόεδρο της Ταϊβάν, την οποία η Κίνα θεωρεί αποσχισθείσα επαρχία της, ενώ αυτή την εβδομάδα έθεσε δημοσίως υπό αμφισβήτηση την πολιτική της «Μιας Κίνας» που ακολουθούσαν όλοι οι προκάτοχοί του από το 1979 και μετά.

Ολα δείχνουν ότι ο Τραμπ βλέπει την Κίνα ως τη σημαντικότερη, μεσοπρόθεσμα, γεωπολιτική απειλή για την Αμερική και ότι υπό αυτό το πρίσμα επείγεται να αποτρέψει τη στρατηγική συμμαχία της με τη Ρωσία. Βραχυπρόθεσμα, ίσως χρησιμοποιήσει το θέμα της Ταϊβάν ως διαπραγματευτικό ατού για να εκβιάσει υποχωρήσεις της Κίνας στο οικονομικό πεδίο, με πρώτη την ανατίμηση του εθνικού της νομίσματος ώστε να μειωθεί το αστρονομικό πλεόνασμά της με τις ΗΠΑ. Κάτι ανάλογο, δηλαδή, με τη συμφωνία της Πλάζα, που επέβαλε ο Ρόναλντ Ρέιγκαν το 1985 στην Ιαπωνία και τη Γερμανία.

Παρόμοιος δραματικός αναπροσανατολισμός στην εξωτερική πολιτική ενέχει μεγάλα ρίσκα. Ενα «ντιλ» με τη Ρωσία στο Συριακό, παρότι διευκολύνεται από την άλωση του Χαλεπίου, θα ενισχύσει αυτομάτως το Ιράν, το οποίο εννοεί να στριμώξει ο Τραμπ, φτάνοντας μέχρι και στην ακύρωση της συμφωνίας για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Οσο για την Κίνα, έχει πολλά ισχυρά χαρτιά να παίξει, εάν η νέα αμερικανική κυβέρνηση την πιέσει σ’ ένα ζωτικό θέμα εθνικής κυριαρχίας, όπως εκείνο της Ταϊβάν. Ηδη, μια δήλωση παγκοσμίως άγνωστου Κινέζου αξιωματούχου περί πιθανής επιβολής προστίμων στην General Motors και στη Ford για παραβιάσεις των αντιμονοπωλιακών κανονισμών στάθηκε αρκετή για να ρίξει στο κόκκινο το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Γνωστό είναι, άλλωστε, ότι η Κίνα κατέχει το μεγαλύτερο, από όλα τα άλλα κράτη, μέρος του αστρονομικού αμερικανικού χρέους, με το μερίδιό της να ξεπερνάει το 1,3 τρισ. δολάρια.

Το κρίσιμο μερίδιο

Το κυριότερο πρόβλημα που έχει να διαχειριστεί ο Ντόναλντ Τραμπ είναι η σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής ισχύος. Το 1960, το μερίδιο των ΗΠΑ στο παγκόσμιο ΑΕΠ ήταν 40%, ενώ σήμερα είναι 24,5%. Με όρους αγοραστικής δύναμης, η Αμερική είναι πλέον η τρίτη οικονομία στον κόσμο, πίσω από την Κίνα και την Ε.Ε. Οι υποδομές της πάσχουν και το προσδόκιμο επιβίωσης έπεσε πέρυσι για πρώτη φορά μετά το 1993, χρονιά που θέριζε το AIDS. Με αυτά τα δεδομένα, η προεδρία Τραμπ –η εκλογή του οποίου από μόνη της υπήρξε κραυγαλέο παθολογικό σύμπτωμα– θα σημάνει ένα τέλος εποχής.

Η εποχή της παγκοσμιοποίησης, με την Αμερική στον ρόλο του «αγαθοεργού ηγεμόνα», δίνει τη θέση της σε μια νέα εποχή αναμέτρησης μεγάλων δυνάμεων και αντίπαλων εθνικισμών. Καθώς ο Ομπάμα θα δίνει τη σκυτάλη στον Τραμπ, στην πιο αταίριαστη τελετή παράδοσης, στις 20 Ιανουαρίου, το φάντασμα του Χάντιγκτον θα πανηγυρίζει τη νίκη του πάνω στον Φουκουγιάμα. Οσο για τον υπόλοιπο κόσμο, θα περιμένει με ανήσυχη αβεβαιότητα τα πρώτα δείγματα γραφής μιας κυβέρνησης ολιγαρχών και στρατηγών, όπου άλλα στελέχη της θα βλέπουν την εξωτερική πολιτική της υπερδύναμης σαν ένα παιχνίδι Stratego και άλλα σαν μια παρτίδα Monopoly.