ΚΟΣΜΟΣ

Διατλαντική σχέση χωρίς ορίζοντα

Με εξαίρεση τους διαδηλωτές που έκαναν κάτι παραπάνω από αισθητή την παρουσία τους στους δρόμους του Γκέτεμποργκ, την Πέμπτη 14/6, η ευρωπαϊκή περιοδεία του Τζορτζ Μπους θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως προαναγγελθείσα επιβεβαίωση των διατλαντικών αποκλίσεων. Χωρίς δραματικές κορυφώσεις και αντιπαραθέσεις, τόσο ο Μπους όσο και οι Ευρωπαίοι συνομιλητές του διαβεβαίωσαν ότι θα αποφύγουν την ανοικτή αντιπαράθεση, θα συνεχίσουν τον διάλογο, αλλά πριν και πάνω από όλα θα προχωρήσουν στις ήδη αποκλίνουσες πορείες που έχουν χαράξει.

Εναν χρόνο πριν

Πριν από έναν ακριβώς χρόνο στην τελετή απονομής του βραβείου Καρλομάγνου στον πρόεδρο Κλίντον, στο Ααχεν, ο καγκελάριος Σρέντερ καυτηρίασε δημόσια τη στρατηγική της «Αντιπυραυλικής Ασπίδας», ενώ στην περιοδεία Μπους κυριάρχησαν οι δημόσιες φιλοφρονήσεις και οι αμοιβαίες υποσχέσεις για στενή συνεργασία.

Πριν από έναν χρόνο, ηγέτης των ΗΠΑ ήταν ένας πρόεδρος που είχε βάλει την προσωπική του σφραγίδα στην αναζήτηση μιας κοινής ευρωαμερικανικής προσέγγισης για την πολιτική διαχείριση της παγκοσμιοποίησης. Ετσι οι ευρωπαϊκές πιέσεις για την «Αντιπυραυλική Ασπίδα» εξέφραζαν μια προσδοκία επηρεασμού της αμερικανικής ηγεσίας για να μην παρεμποδισθεί η επαναδιατύπωση της διατλαντικής αλληλεγγύης απέναντι στις προκλήσεις της νέας χιλιετίας.

Προτεραιότητες

Μέσα στους πέντε πρώτους μήνες της θητείας του, ο Τζορτζ Μπους δεν άφησε καμιά αμφιβολία για τους νέους αμερικανικούς στρατηγικούς προσανατολισμούς. Προτεραιότητα στην ολοκλήρωση του Δυτικού Ημισφαιρίου με πυρήνα τις χώρες της NAFTA -ΗΠΑ, Καναδάς, Μεξικό- και αποτροπή της εδραίωσης αντίπαλων περιφερειακών κέντρων που θα μπορούσαν να αμφισβητούν σε ένα όχι πολύ μακρινό μέλλον την αμερικανική παντοδυναμία.

Αν πριν από ένα χρόνο η «Αντιπυραυλική Ασπίδα» πρόβαλε ως παραφωνία στην αναζήτηση μιας συναινετικής πλανητικής ευταξίας, σήμερα δίχως αμφιβολία αναδεικνύεται ως η λογική συνέπεια των στρατηγικών επιλογών της νέας αμερικανικής κυβέρνησης.

Ο μονομερής αμερικανικός ηγεμονικός παρεμβατισμός με επίκεντρο το Δυτικό Ημισφαίριο θα αμφισβητήσει δυναμικά -και προληπτικά όπως κατέδειξε η επιδείνωση των σχέσεων Ουάσιγκτον-Πεκίνου- κάθε δυνητική απειλή της αμερικανικής παντοδυναμίας.

Ο κίνδυνος

Ο μεγάλος κίνδυνος αυτής της επιλογής είναι ότι μπορεί να επιταχύνει τις εξελίξεις τις οποίες υποτίθεται ότι προσπαθεί να αποτρέψει: Να ωθήσει δηλαδή τα άλλα κέντρα περιφερειακής ισχύος που έχουν ή φιλοδοξούν να έχουν παγκόσμιο ρόλο σε συσπείρωση κατά των ΗΠΑ.

Με δυο λόγια, η πυγμή με την οποία η Ουάσιγκτον σχεδιάζει να προασπίσει τη μεταψυχροπολεμική της παντοκρατορία στα πρώτα χρόνια του νέου αιώνα, είναι πολύ πιθανόν να υποσκάψει το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής την τελευταία δεκαετία, τις ειδικές στενές προνομιακές σχέσεις των ΗΠΑ με όλες τις άλλες μεγάλες δυνάμεις και περιφερειακές συσπειρώσεις, ώστε να περιορίζεται αν όχι να εκμηδενίζεται ο φόβος για αντιαμερικανικές συσπειρώσεις, μια πολιτική που πολλοί Αμερικανοί αναλυτές συνέκριναν με αυταρέσκεια με την πολιτική που ακολούθησε ο Μπίσμαρκ στην Ευρώπη μετά τη γερμανική ενοποίηση του 1870.

Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ενωση που βρίσκεται στην αρχή μιας δύσκολης διαπραγμάτευσης για τη θεσμική της μεταρρύθμιση είναι δρομολογημένη σε μια δυναμική αμφισβήτησης της αμερικανικής παντοδυναμίας που παρατάθηκε χωρίς άξια λόγου αμφισβήτηση στη δεκαετία που ακολούθησε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Ενα κοινό νόμισμα από την 1.1.99 και στο τέλος του 2003 μια κοινή στρατιωτική δύναμη ταχείας επέμβασης θέτουν την πρόκληση μιας ενισχυμένης πολιτικής συνοχής που προϋποθέτει την υπέρβαση των ενδοευρωπαϊκών ανταγωνισμών και αντιθέσεων που επιτρέπουν στη Μόνη Υπερδύναμη τη μεταψυχροπολεμική της πρωτοκαθεδρία.

Ομως όπως έδειξαν και οι χαμηλοί τόνοι της περιοδείας Μπους καμιά πλευρά δεν θέλει να διακινδυνεύσει μια ανοικτή αντιπαράθεση, παρά τις αποκλίνουσες επιλογές. Οι ΗΠΑ έχουν υιοθετήσει την «Αντιπυραυλική Ασπίδα» ως γενική στρατηγική επιλογή χωρίς να έχει γίνει σαφής η μορφή που θα πάρει και το ύψος των κονδυλίων που θα απαιτήσει. Μέχρι να ξεκαθαρίσουν αυτές οι εκκρεμότητες, γύρω στο φθινόπωρο του 2002, η Ουάσιγκτον έχει κάθε λόγο να κρατά ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας με τη Ρωσία, την Κίνα αλλά και με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις.

Από την άλλη μεριά, η Γερμανία που πρωτοστατεί στις πρωτοβουλίες για ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνοχής έχει κάθε λόγο να θέλει να περιφρουρήσει την «ειδική σχέση» με τις ΗΠΑ που διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Οσο θα διαρκεί η δύσκολη ενδοευρωπαϊκή διαπραγμάτευση για τη θεσμική ταυτότητα της Ε.Ε., το Βερολίνο έχει κάθε λόγο να εξακολουθεί να διαδραματίζει τον ρόλο της γέφυρας ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ε.Ε. Μια ανοιχτή αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον σε συνδυασμό με τη δυσαρέσκεια κάποιων Ευρωπαίων εταίρων για τις γερμανικές ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες θα μπορούσε να οδηγήσει στην αντιγερμανική συσπείρωση, η αποφυγή της οποίας αποτελεί μόνιμη στρατηγική προτεραιότητα του Βερολίνου.

Με δεδομένη την αμερικανική ατζέντα για την «Αντιπυραυλική Αμυνα» αλλά και το ευρωπαϊκό χρονοδιάγραμμα διαπραγματεύσεων και εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων είναι πολύ πιθανόν ότι μέχρι και τους τελευταίους μήνες του 2002 δεν πρόκειται να υπάρξουν δραματικές εξελίξεις στις ευρωαμερικανικές σχέσεις.

Ρωσία – Κίνα

Δίχως αμφιβολία η εξέλιξη των σχέσεων ΗΠΑ-Δυτικής Ευρώπης θα επηρεασθεί και από την τροπή που θα πάρουν οι σχέσεις και των δύο πλευρών με τη Ρωσία και την Κίνα. Εάν υπάρξουν επιζήμιοι για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα ψυχροπολεμικοί παροξυσμοί της Ουάσιγκτον με το Πεκίνο ή τη Μόσχα, εάν διαπιστωθεί ευρωαμερικανική σύγκρουση συμφερόντων στις απέναντι στο Ιράν και στο Ιράκ περιοχές τότε η σημερινή ανακωχή θα δομιμασθεί σκληρά.

Το κυρίαρχο, όμως, στοιχείο στις ευρωαμερικανικές σχέσεις είναι ότι καμιά ευρωπαϊκή δύναμη -κατά πρώτο και κύριο λόγο η Βρετανία- δεν δίνει πλέον προτεραιότητα στις σχέσεις με τις ΗΠΑ σε σχέση με την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Η περιοδεία του νέου Αμερικανού προέδρου στην Ευρώπη κατέδειξε ότι οι δύο πλευρές προσπαθούν να διαχειρισθούν την μετάλλαξη της διατλαντικής σχέσης από κοινό παρονομαστή ζωτικών συμφερόντων σε πλαίσιο που εκτονώνει τους αναπόφευκτους κραδασμούς από την απόκλιση στρατηγικών επιλογών.

Αναθέρμανση των σχέσεων με τη Ρωσία

Τα προχθεσινά μηνύματα φιλίας του Αμερικανού προέδρου προς τη Μόσχα θα μπορούσαν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι επιχειρείται η διαμόρφωση μιας ρωσοαμερικανικής εγκάρδιας συνεννόησης με στόχο την εξισορρόπηση των αντιρρήσεων και της δυσαρέσκειας της Ε.Ε. Στα σενάρια που κυκλοφορούν τον τελευταίο καιρό ξεχωρίζει εκείνο που θέλει την αμερικανική πλευρά να προσφέρει στη Μόσχα το πάγωμα της, δεύτερης, διεύρυνσης του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς με αντάλλαγμα την αποδοχή της «Αντιπυραυλικής Ασπίδας». Οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου προχθές Παρασκευή, στη Βαρσοβία, για την απόφασή του να προχωρήσει σε συγκεκριμένες, ιστορικές αποφάσεις το 2002 διέψευσε σε μεγάλο βαθμό τις παραπάνω εικασίες.

Πρόκειται για ένα σκηνικό που βρίσκεται στους αντίποδες τόσο του κλίματος προσέγγισης Ρωσίας-Ε.Ε. που ήταν κυρίαρχο στην αρχή του χρόνου, όσο και της επιλογής του Τζορτζ Μπους να υποβαθμίσει τις σχέσεις με τη Ρωσία στο οργανόγραμμα της νέας κυβέρνησής του, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την κατανομή αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας.

Πρόκειται για εντυπωσιακά σενάρια και προσδοκίες που δεν φαίνεται να αντιστοιχούν με μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα. Η ανασυγκρότηση της ρωσικής ισχύος που εξαγγέλλει ο Πούτιν είναι ένα ανοιχτό στοίχημα, όπως ακριβώς και η δυναμική της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. προς Ανατολάς. Οταν τα στοιχήματα αυτά υλοποιηθούν, τότε μόνον θα ξεκαθαρίσει ο ορίζοντας ως προς τις προοπτικές των ρωσοαμερικανικών και ευρωρωσικών σχέσεων αντίστοιχα.

Ηρθε η ώρα για την ενηλικίωση της Ευρώπης

Κατά καιρούς, στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης αναφέρουν ότι η εποχή της Ευρώπης πέρασε ανεπιστρεπτί. Το μέλλον βρίσκεται στην Ασία. Οι ΗΠΑ δεν θέλουν να αναλαμβάνουν πλέον το ρόλο του υπερβολικά γενναιόδωρου θείου της Ευρώπης. Η Ουάσιγκτον αποφάσισε να αφήσει τα άτακτα παιδιά της να ενηλικιωθούν μόνα τους.

Ο πρώην σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του προέδρου Κάρτερ, Ζμπίνιου Μπρεζίνσκι, είχε χαρακτηρίσει την Δυτική Ευρώπη «αμερικανικό προτεκτοράτο». Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι του θυμίζουν τους υποτελείς των αυτοκρατόρων. Η Βρετανία θα λάβει διαβεβαιώσεις από τις ΗΠΑ και θα εισπράξει την αδιαφορία της.

Ο Μπρεζίνσκι, βέβαια, δεν εκπροσωπεί την σημερινή αμερικανική κυβέρνηση, ούτε και την προκάτοχό της. Πολλοί στην Ουάσιγκτον θα διαφωνούσαν με τις θριαμβολογίες του για την αμερικανική ηγεμονία, την συνήθη του καχυποψία σε οτιδήποτε έχει να κάνει με τη Ρωσία και το καυστικό ύφος των δημοσιευμάτων του. Παρόλη την επιθετική του εκφορά, ο Μπρεζίνσκι έχει δίκιο σε πολλά σημεία.

Η στρατηγική θέση της

Η πλειονότητα των αμερικανικών στρατιωτικών, οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων του εξωτερικού βρίσκονται στην Ευρώπη, χωρίς να αγνοείται η θέση της Κίνας. Η γεωγραφία καθορίζει την καίρια στρατηγική θέση της Ευρώπης στον κόσμο. Η Ρωσία, το Ιράκ, το Ιράν, η Λιβύη, η ισραηλινο-παλαιστινιακή διένεξη, το Αφγανιστάν, ο Καύκασος -απειλές στην οικονομική και στρατιωτική ασφάλεια των ΗΠΑ- βρίσκονται στην ευρωπαϊκή περιφέρεια.

Η ηγεμονία, βέβαια, έχει ακριβό τίμημα. Οι Αμερικανοί φορολογούμενοι καλούνται να δαπανήσουν μεγάλα ποσά, ώστε να αποκαταστήσουν τη δημοκρατία σε χώρες, για τις οποίες δεν γνωρίζουν τίποτε. Η αποστολή αμερικανικών δυνάμεων στο Κόσσοβο προκαλεί οργή στο Κάνσας των ΗΠΑ. Οι Αμερικανοί πρόεδροι από τη μεριά τους, υποχρεώνονται κατά καιρούς να παρουσιάζουν την Ευρώπη ως ισότιμο εταίρο των ΗΠΑ. Οι περιστασιακές εκδηλώσεις ταπεινοφροσύνης και οι μεγάλες αμυντικές ειρηνευτικές δαπάνες, δεν αποτελούν παρά συμφέρουσα επένδυση για τη μακροχρόνια διατήρηση της αμερικανικής ηγεμονίας στον πλανήτη.

Ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους μοιάζει να έχει καταλήξει σ’ αυτό το συμπέρασμα. Το θέαμα του νέου Αμερικανού προέδρου να περιοδεύει στην Ευρώπη, σε μία προσπάθεια προώθησης των αμερικανικών θέσεων, προκαλεί αμηχανία, αλλά και κάποιο θαυμασμό. Ανάμεσα στις ευγενικές διαφωνίες σχετικά με την αμερικανική πολιτική, οι οποίες ακούστηκαν στις Βρυξέλλες και στο Γκέτεμποργκ, οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να αφιερώσουν χρόνο στην αυτοκριτική και τον ρεαλισμό.

Σαφές μήνυμα

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες, οι οποίοι συναντήθηκαν με τον Μπους, αναφέρουν ότι είναι γοητευτικός και καθόλου αφελής. Οι δυσκολίες, τις οποίες ενίοτε αντιμετωπίζει ο Αμερικανός πρόεδρος, με την αγγλική και την ισπανική γλώσσα, δεν τον εμποδίζουν να εκφράσει τις απόψεις του ξεκάθαρα. Το μήνυμά του είναι σαφές, όσο και δυσάρεστο.

Οι ΗΠΑ θα συμβουλευθούν τους Ευρωπαίους συμμάχους τους για ζητήματα όπως την αντιπυραυλική ασπίδα, τις σχέσεις με τη Ρωσία, τη Μέση Ανατολή, τη Βόρειο Κορέα και τις κλιματολογικές αλλαγές. Θα αποφύγει σίγουρα να διαπράξει το σφάλμα του Κιότο, όπου μίλησε πρώτα και έδωσε εξηγήσεις αργότερα. Η αμερικανική κυβέρνηση θέλει να διαλύσει την εντύπωση που τη θέλει να επιδιώκει μονομερείς λύσεις. Ο κ. Μπους, όμως, έχει άποψη και σκοπεύει να την προβάλει.

Αντιπυραυλική ασπίδα

Εκτιμώ ότι δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία μεταξύ των ΗΠΑ και των Ευρωπαίων συμμάχων τους στο ζήτημα της αντιπυραυλικής άμυνας. Ιδανικά, οι δύο πλευρές θα επιτύχουν συμβιβασμό, μόνο, όμως, αφού οι ΗΠΑ προσφέρουν ικανά οικονομικά κίνητρα στη Ρωσία, ώστε να εξασφαλισθεί η σύμφωνη γνώμη του Ρώσου προέδρου Πούτιν. Το σημερινό καθεστώς βασίζεται στον αυτοέλεγχο των εμπλεκομένων πλευρών. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες (εξαιρουμένου του κ. Σιράκ) επέλεξαν να περιορίσουν την κριτική τους στην αντιπυραυλική ασπίδα, ενώ ο Αμερικανός υπουργός Αμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ αποφεύγει πλέον να καταφέρεται εναντίον του σχεδιαζόμενου ευρωστρατού.

Η αντιπυραυλική ασπίδα αποκαλύπτει, όμως, ουσιώδη διαφωνία μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής. Οι ΗΠΑ επιθυμούν να αντιμετωπίσουν την υποτιθέμενη απειλή εναντίον του εδάφους τους, από κράτη-ταραξίες. Η Ευρώπη από τη μεριά της δεν μπορεί να ελπίζει σε τέτοια αμυντική θωράκιση. Ακόμη και αν διέθετε την τεχνολογία, η γεωγραφική της ιδιομορφία θα καταστούσε τέτοιο σύστημα άχρηστο. Η ευρωπαϊκή άμυνα εξαρτάται στην εξαγωγή σταθερότητας και ευημερίας, πέρα από τα σύνορα της Ενωσης. Οι στρατιωτικές και τεχνολογικές δυνατότητες μπορούν να λειτουργήσουν επικουρικά, χωρίς, όμως, να μπορέσουν να υποκαταστήσουν το περίπλοκο μείγμα πολιτικής, εμπορίου, οικονομικής βοήθειας και διπλωματίας, το οποίο απαιτεί πολυμερές πολιτικό πλαίσιο.

Ετσι ερμηνεύεται η ευρωπαϊκή ανησυχία για την αμερικανική υπαναχώρηση από την συνθήκη ΑΒΜ κατά των βαλλιστικών πυραύλων του 1972.Οι περισσότερες συνθήκες περιορισμού των όπλων μαζικής καταστροφής βασίζονται, άλλωστε, στη συνθήκη ΑΒΜ.

Διεύρυνση προς ανατολάς

Σε αυτό το σημείο, η Ρωσία οφείλει να ασκήσει γενναία αυτοκριτική. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες, αν και διαμαρτύρονται για τις ενέργειες της Ουάσιγκτον, αποφεύγουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Η καθυστέρηση της διεύρυνσης της Ε.Ε., συνεπάγεται την αδυναμία της Ενωσης να καθορίσει τα μελλοντικά της σύνορα, καθώς την πρωτοβουλία έχει πλέον αναλάβει η Ουάσιγκτον, προωθώντας την επέκταση της νατοϊκής συμμαχίας προς ανατολάς.

Ανάλογη μοιρολατρική και αναβλητική στάση τηρεί η Ευρώπη και στο ζήτημα του ευρωστρατού. Παρόλες τις μεγαλόστομες υποσχέσεις, η Ευρώπη απέφυγε να προβεί σε συγκεκριμένο σχεδιασμό για την ανάπτυξη της αμυντικής δύναμης ή για τη ριζική αναμόρφωση των ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων, οι οποίες έχουν ακόμη ψυχροπολεμικούς στρατιωτικούς στόχους. Οσο οι Ευρωπαίοι αποφεύγουν να αναλάβουν τη διαμόρφωση του μέλλοντος της Ε.Ε., η Ουάσιγκτον θα το κάνει γι’ αυτούς.