ΚΟΣΜΟΣ

Οι δύο δρόμοι για την Κεντροαριστερά

Υστερα από τις διαδοχικές νίκες του Μπους στην Αμερική, του Αθνάρ στην Ισπανία και του Μπερλουσκόνι στην Ιταλία, ο εκλογικός θρίαμβος των Βρετανών Εργατικών λειτούργησε σαν ισχυρό τονωτικό για τη διεθνή Κεντροαριστερά. Την ίδια στιγμή, όμως, η πορεία του Εργατικού Κόμματος αποκαλύπτει τον βαθύ «διχασμό προσωπικότητας» της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, έναν διχασμό που ακόμη και αν καλύπτεται από τις εκλογικές επιτυχίες, εγκυμονεί σοβαρές δοκιμασίες και ανακατατάξεις σε βάθος χρόνου.

Γεννημένο πριν από έναν αιώνα, στο ζενίθ της βιομηχανικής επανάστασης, το βρετανικό Εργατικό Κόμμα είχε την εξής ιδιομορφία: συγκροτήθηκε κατά βάση από τα μαζικά εργατικά συνδικάτα που για πολλές δεκαετίες υπήρξαν οι κυριότεροι χρηματοδότες του και αντιπροσώπευαν τη συντριπτική πλειοψηφία των ψήφων στα συνέδριά του.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λένιν, την εποχή που έδινε το σύνθημα για τη διάσπαση της σοσιαλδημοκρατίας και τη δημιουργία επαναστατικών – κομμουνιστικών κομμάτων, εξαιρούσε το βρετανικό Εργατικό Κόμμα συνιστώντας στους Βρετανούς κομμουνιστές να δουλέψουν «από τα μέσα» ποντάροντας στην οργανική σχέση του κόμματος με την οργανωμένη εργατική τάξη.

Η κατάσταση αλλάζει δραματικά τη δεκαετία του ’90, όταν ο Τόνι Μπλερ αναλαμβάνει τα ηνία του κόμματος και υπόσχεται να το οδηγήσει και πάλι στην εξουσία ύστερα από 18 χρόνια Θατσερισμού. Πρόκειται για μια πραγματική κοινωνική και ιδεολογική μετάλλαξη που θα φέρει το νέο Εργατικό Κόμμα στο καλούπι του αμερικανικού Δημοκρατικού Κόμματος. Σε πρώτη ματιά, οι δύο διαδοχικοί θρίαμβοι του Μπλερ αποτελούν αδιάψευστη δικαίωση αυτής της στρατηγικής. Ομως, η πρωτοφανής στα βρετανικά χρονικά ένταση της αποχής, η αποστασιοποίηση πολλών ισχυρών συνδικάτων και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δυσφορίας για την αποδόμηση του κοινωνικού κράτους θέτουν σοβαρά ερωτήματα για τη σταθερότητα της πολιτικής ηγεμονίας.

Σε αυτό το φόντο έχει ανοίξει, μετά τις εκλογές, μια ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση ανάμεσα στις διάφορες τάσεις των Εργατικών γύρω από τις προοπτικές του κόμματος και γενικότερα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Φιλοξενούμε σήμερα τις απόψεις δύο σημαντικών προσωπικοτήτων που εκφράζουν, ίσως με τον πιο αντιπροσωπευτικό τρόπο, τα δύο αντίπαλα ιδεολογικά ρεύματα της βρετανικής Κεντροαριστεράς: Του παραδοσιακού ηγέτη ης αριστερής πτέρυγας Τόνι Μπεν και του υπ’ αριθμόν ένα θεωρητικού του «Τρίτου δρόμου» διευθυντή του LondoSchool of Economics, Αντονι Γκίντενς.

Αντονι Γκίντενς: Ο «Τρίτος Δρόμος» δικαιώνεται

– Θα λέγατε ότι οι δύο διαδοχικές νίκες του Μπλερ δικαιώνουν τη στρατηγική της στροφής προς το Κέντρο, που πολιτογραφήθηκε διεθνώς ως «Τρίτος Δρόμος»;

– Πιστεύω πως ναι. Οι νίκες του νέου Εργατικού Κόμματος επιβεβαιώνουν την ορθότητα του «Τρίτου Δρόμου», κάτι που έχει ευρύτερη σημασία για τη σοσιαλδημοκρατία. Δεν θα σχηματοποιούσα αυτή τη στρατηγική ως «στροφή προς το Κέντρο». Το ζήτημα-κλειδί που θέτει ο «Τρίτος Δρόμος» είναι το ζήτημα της οικονομικής αποτελεσματικότητας των μηχανισμών παραγωγής πλούτου. Δεν αρκεί η επιδίωξη της κοινωνικής δικαιοσύνης και η προσφυγή σε παραδοσιακές μεθόδους, όπως η δραστική φορολογία. Το ζητούμενο είναι ο συνδυασμός οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Στην πρώτη τετραετία της, η κυβέρνηση Μπλερ τα πήγε πολύ καλά στον τομέα της οικονομικής αποδοτικότητας με παράλληλη αύξηση της απασχόλησης. Στη δεύτερη τετραετία θα κριθεί από την ικανότητά της να εξασφαλίσει τη συνέχιση αυτής της πορείας, βελτιώνοντας ταυτόχρονα κρίσιμους τομείς της κοινωνικής πολιτικής, όπως η Υγεία, η Παιδεία και οι μεταφορές. Γιατί η συμπεριφορά των πολιτών δεν είναι δεδομένη. Δεν σημαίνει, δηλαδή, ότι επειδή ψήφισαν σήμερα Εργατικούς δεν μπορεί αύριο να στραφούν εναντίον τους αν δουν τις προσδοκίες τους να διαψεύδονται.

– Πριν από δύο χρόνια, όταν δημοσιεύτηκε το περίφημο Μανιφέστο Μπλερ – Σρέντερ, ο «Τρίτος Δρόμος» εμφανίστηκε ως η νέα «Βίβλος» της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Σήμερα φαίνεται να έχει πέσει σε ανυποληψία, ακόμα και ο ίδιος ο Τόνι Μπλερ αποφεύγει να τον επικαλείται. Ηταν απλώς μια μόδα που πέρασε;

– Δεν θα συμφωνήσω. Θα έλεγα μάλιστα ακριβώς το αντίθετο. Ο «Τρίτος Δρόμος», είτε αρέσει είτε δεν αρέσει ως πολιτικός όρος, ήταν απλώς μια ετικέτα που συμβόλιζε αυτό που έκαναν λίγο – πολύ όλα τα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα μετά το θυελλώδες 1989, δηλαδή μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Εκείνη την εποχή όλες οι σοσιαλδημοκρατικές ηγεσίες άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι ο παραδοσιακός κεϊνσιανισμός δεν λειτουργεί πια και ότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης χρειάζονται νέες πολιτικές απαντήσεις στα προβλήματα της οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής προόδου. Φυσικά κάθε χώρα είχε τις δικές της παραδόσεις, ιδιαιτερότητες και ευαισθησίες, με αποτέλεσμα οι επιμέρους πολιτικές και κυρίως η σημειολογία των διαφόρων κεντροαριστερών κομμάτων να ποικίλλει. Αν αφήσουμε όμως στην άκρη το περιτύλιγμα, τις ετικέτες και κοιτάξουμε την ουσία των πραγμάτων, θα διαπιστώσουμε ότι όλα τα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη είναι σήμερα κόμματα του «Τρίτου Δρόμου». Ακόμα και αν δεν θέλουν να το παραδεχτούν.

– Θα λέγατε το ίδιο και για το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα του Λιονέλ Ζοσπέν. Σας ρωτάω γιατί οι Γάλλοι σοσιαλιστές ήταν εξαρχής αρνητικοί απέναντι στο μανιφέστο Μπλερ – Σρέντερ και δεν έχουν πάψει μέχρι σήμερα να τονίζουν την εμμονή τους σε πιο αριστερές κοινωνικές πολιτικές.

– Χαίρομαι που με ρωτάτε γιατί και σ’ αυτό το ζήτημα έχει γίνει αρκετή παρανόηση. Στην πράξη, η γαλλική «πλουραλιστική Αριστερά» ακολουθεί κι αυτή τη λογική του «Τρίτου Δρόμου». Αρκεί κανείς να κάνει έναν απολογισμό του κυβερνητικού έργου σε ζητήματα-κλειδιά της οικονομικής πολιτικής. Η κυβέρνηση του κ. Ζοσέπν προχώρησε σε σημαντικές ιδιωτικοποιήσεις και αναγνώρισε τον αναντικατάστατο ρόλο της αγοράς στην οικονομική ανάπτυξη. Ακόμη και το περίφημο 35ωρο, που εμφανίστηκε ως ριζοσπαστική-σοσιαλιστική καινοτομία, στην πράξη αποδείχθηκε αποτελεσματικό εργαλείο για την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και την προώθηση της ανταγωνιστικότητας. Αλλωστε, ήδη, από την εποχή Μιτεράν οι Γάλλοι σοσιαλιστές είχαν αφομοιώσει το πικρό δίδαγμα για την ανεπάρκεια του κεϊνσιανισμού στη σύγχρονη εποχή. Τώρα, αν ο Λιονέλ Ζοσπέν αρέσκεται να υιοθετεί άλλο πολιτικό λόγο, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι είναι υποχρεωμένος να στηρίζεται στους κομμουνιστές για να κυβερνήσει. Αλλά η ρητορεία δεν αλλάζει και πολύ τα πράγματα. Πιστεύω πως όλα τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα εξουσίας έχουν συνειδητοποιήσει από καιρό ότι η όποια κοινωνική πολιτική τους δεν είναι δυνατόν να θέτει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική πειθαρχία, σε μια εποχή ραγδαίας φιλελευθεροποίησης του διεθνούς εμπορίου. Κι αυτό είναι το βασικό.

Το ευρωπαϊκό μέλλον της Βρετανίας

– Ας έρθουμε στο ευρωπαϊκό μέλλον της Βρετανίας. Πιστεύετε ότι μετά τη νίκη του ο Τόνι Μπλερ θα επισπεύσει το δημοψήφισμα για την υιοθέτηση του ευρώ;.

– Είναι ένα δύσκολο ερώτημα. Οπως γνωρίζετε, ο Μπλερ κρατάει κλειστά τα χαρτιά του, επομένως δεν θα μπορούσα να έχω ενημέρωση από πρώτο χέρι. Το θέμα είναι ότι αν γίνει υπερβολικά γρήγορα το δημοψήφισμα θα μπορούσε κάλλιστα να χαθεί. Κάτι τέτοιο θα είχε τρομερό πολιτικό αντίκτυπο. Ουσιαστικά θα έφερνε τους Τόρις στο κατώφλι της εξουσίας. Θα δοθεί πολύ σκληρή μάχη, από την πλευρά των Εργατικών, για να μεταπεισθεί η κοινή γνώμη. Γι’ αυτό δεν μπορώ να προεξοφλήσω τον χρόνο του δημοψηφίσματος. Εκείνο που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι ο Μπλερ θα προχωρήσει στο δημοψήφισμα μόνο αν είναι σίγουρος ότι θα το κερδίσει.

– Πέρα από το ευρώ, πιστεύετε ότι ο Μπλερ μπορεί να είναι ο πρωθυπουργός που θα λύσει το παραδοσιακό, σκληρό δίλημμα της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής, κάνοντας μια ξεκάθαρη επιλογή ανάμεσα στην ειδική σχέση της με τις ΗΠΑ και την ευρωπαϊκή προοπτική της;

– Κατ’ αρχάς πιστεύω ότι έχει δοθεί υπερβολική έμφαση σ’ αυτό που χαρακτηρίζεται ως ειδική σχέση με τις ΗΠΑ. Δεν νομίζω ότι οι σχέσεις με τις ΗΠΑ έχουν θεμελιώδη σημασία για τη σημερινή Βρετανία. Εξάλλου, σήμερα υπάρχει στη χώρα ευρύτερη αποδοχή ως προς τον προωθημένο ρόλο που πρέπει να παίξει η Βρετανία στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ασφαλώς το ευρώ είναι ένα πρόβλημα και πρέπει να λυθεί. Αλλά ακόμη και αν δεν γίνει γρήγορα το δημοψήφισμα -θα έλεγα, μάλιστα, ιδίως σ’αυτή την περίπτωση- η κυβέρνηση θα πρέπει να πάρει πρωτοβουλίες για την προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης σε βάθος και σε πλάτος. Πρέπει να γίνει σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι, όπως πολλοί την έβλεπαν στο παρελθόν, κυρίως μια πολιτική επιλογή – π.χ. ένα ανάχωμα στον γερμανικό επεκτατισμό για να μην ξαναζήσει η Ευρώπη την τραγωδία ενός πολέμου. Κυρίως είναι η επιβεβλημένη απάντηση των εθνών-κρατών στην πρόκληση της παγκοσμιοποίησης. Επομένως, η Βρετανία οφείλει, σε κάθε περίπτωση, να διαδραματίσει έναν πιο εποικοδομητικό, προωθητικό ρόλο στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

– Μια και γίνεται λόγος για την Ευρωπαϊκή Ενωση, τι γνώμη έχετε για τις προτάσεις, κυρίως από γερμανικής πλευράς, περί ομοσπονδιακής Ευρώπης;

– Θεωρώ ότι οι προτάσεις της Γερμανίας, είτε στην εκδοχή Φίσερ είτε σ’ εκείνη του Σρέντερ, είναι χρήσιμες, με την έννοια ότι ρίχνουν ιδέες στο τραπέζι του διαλόγου. Αλλά μέχρις εκεί. Δεν πιστεύω ότι είναι δυνατό η μελλοντική, διερυμένη Ενωμένη Ευρώπη να προκύψει κατ’εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του πολιτειακού μοντέλου κάποιας δύναμης.

Τ. Μπεν: Η κοινωνία βλέπει αριστερά

Οι εκλογές της 7ης Ιουνίου ήταν οι πρώτες ύστερα από 51 ολόκληρα χρόνια, στις οποίες δεν πήρε μέρος ως υποψήφιος βουλευτής των Εργατικών ο ιστορικός ηγέτης της αριστερής πτέρυγας του κόμματος, Τόνι Μπεν. Μέλος της Εθνικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Εργατικών, επί 35 συναπτά έτη, ο 76χρονος πολιτικός δεν κρύβει ότι νιώθει εξαιρετικά άβολα στο «Νέο Εργατικό Κόμμα» του Μπλερ.

– Επικρίνετε με αυστηρό τρόπο τη στροφή των Εργατικών προς το Κέντρο από την ηγεσία του Τόνι Μπλερ. Ωστόσο, οι δύο διαδοχικές νίκες του δεν δικαιώνουν αυτή την πολιτική στρατηγική που πολιτογραφήθηκε ως «Τρίτος Δρόμος»;

– Ο Μπλερ οδήγησε το κόμμα σε δύο εκλογικές νίκες, αλλά το έκανε στη βάση της θατσερικής φιλοσοφίας. Για το κατεστημένο αυτό ήταν ένα μεγάλο ατού, μια και η Εργατική κυβέρνηση εξασφάλιζε τη «νομιμοφροσύνη» του εργατικού κινήματος. Θα έλεγα ότι σε παγκόσμια κλίμακα, οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις αντιπροσωπεύουν τους πιο παθιασμένους και αφοσιωμένους υπερασπιστές του καπιταλισμού.

– Ακουσα να υποστηρίζετε, σε συνέντευξή σας στο BBC-1, ότι τα εκλογικά αποτελέσματα δείχνουν μια στροφή προς τα αριστερά. Πώς συμβιβάζεται αυτή η εκτίμηση με όσα μου είπατε για την πολιτική Μπλερ;

– Κατ’ αρχάς η ολοκληρωτική απόρριψη της εθνικιστικής Δεξιάς κάτι δείχνει. Επειτα έχει σημασία η άνοδος των Φιλελεύθερων οι οποίοι, σε ορισμένα τουλάχιστον ζητήματα -φορολογία, κοινωνική πολιτική-, στέκονται στα αριστερά του Εργατικού Κόμματος. Για πρώτη φορά στη ζωή μου έχω την αίσθηση ότι η βρετανική κοινή γνώμη βρίσκεται στα αριστερά των Εργατικών. Η κατάσταση είναι πολύ αντιφατική και πρέπει να περιμένουμε σοβαρές ανακατατάξεις τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Πρώτα απ’ όλα, μια στροφή των Συντηρητικών προς το Κέντρο, κάτι που θα σημάνει την ήττα της σκληροπυρηνικής-εθνικιστικής Δεξιάς. Επειτα, η κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει αυτή τη φορά πολύ πιο σοβαρές αντιδράσεις από τα συνδικάτα, τους σοσιαλιστές, όλους αυτούς που της έδωσαν μια δεύτερη ευκαιρία αλλά περιμένουν χειροπιαστές αλλαγές στην κοινωνική πολιτική. Ο μήνας του μέλιτος κυβέρνησης – εργαζομένων θα είναι αυτή τη φορά πολύ σύντομος.

– Αντιλαμβάνομαι ότι συγκεντρώνετε τις ελπίδες σας στην αριστερή πτέρυγα του Εργατικού Κόμματος. Δεν είναι αλήθεια, όμως, ότι αυτή η άλλοτε πολύ ισχυρή πτέρυγα περιθωριοποιήθηκε επί εποχής Μπλερ;

– Δεν θα το έλεγα. Για παράδειγμα, στο περυσινό συνέδριο του κόμματος, η κυβέρνηση ηττήθηκε από τα συνδικάτα και την αριστερή πτέρυγα στο καίριο θέμα των συντάξεων, παρά τις τρομερές πιέσεις που άσκησε. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ιδιωτικοποιήσεις. Η συντριπτική πλειοψηφία του κόμματος απορρίπτει κάθε συζήτηση για ιδιωτικοποίηση των δημόσιων μέσων μεταφοράς, όπως είναι το μετρό του Λονδίνου. Γενικότερα, δεν είναι εύκολο να ξεριζωθεί από το Εργατικό Κόμμα μια μακρόχρονη παράδοση στράτευσης υπέρ των εργατικών συμφερόντων και της σοσιαλιστικής προοπτικής.

– Αποδίδετε μεγάλο πολιτικό βάρος στα εργατικά συνδικάτα. Αλλά και αυτά δεν είναι σήμερα πολύ αποδυναμωμένα, μετά τις βαριές ήττες της θατσερικής περιόδου;

– Η Θάτσερ πολέμησε τα συνδικάτα με τρία βασικά όπλα: Τα μέσα ενημέρωσης, τη νομοθεσία που κατέστησε τη συνδικαλιστική δράση σχεδόν παράνομη και την ανεργία. Αυτοί οι τρεις παράγοντες οδήγησαν σε κατακόρυφη πτώση τον αριθμό και το ηθικό των συνδικαλισμένων εργατών.

Σήμερα όμως εμφανίζεται στο προσκήνιο μια νέα γενιά συνδικαλιστών με έντονο κοινωνικό και πολιτικό ριζοσπαστισμό. Να γιατί επιμένω ότι αυτό που προέχει είναι πολιτική δραστηριότητα στη βάση. Αλλωστε όλες οι μεγάλες αλλαγές ξεκίνησαν από τα κάτω, ποτέ από τα πάνω. Οταν βρίσκεσαι στην εξουσία είσαι πολύ περισσότερο ευάλωτος στον συντηρητισμό: Από την κορυφή της πυραμίδας, τα πράγματα φαίνονται πολύ πιο όμορφα, επομένως γιατί να τα αλλάξουμε;

– Πώς αξιολογείτε τα κινήματα εναντίον της παγκοσμιοποίησης που εμφανίστηκαν στο προσκήνιο τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά τη σύνοδο του ΠΟΕ στο Σιάτλ;

– Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα και ελπιδοφόρα τάση. Ωστόσο, στη Βρετανία τα μέσα ενημέρωσης επιμένουν να αγνοούν συστηματικά αυτά τα κινήματα. Οταν αναφέρονται, αραιά και πού, σ’ αυτά, τα εμφανίζουν ως «βίαια». Κάτι παρόμοιο έγινε στις διαδηλώσεις της Πρωτομαγιάς στο Λονδίνο που ήταν απολύτως ειρηνικές αλλά αντιμετωπίστηκαν με αστυνομικούς κλοιούς για να δοθεί η εικόνα της βίας που φοβίζει ή απωθεί πολλούς πολίτες.

Δεν θυμάμαι ποτέ αλλη περίοδο όπου ο λαός και το πολιτικό κατεστημένο να βρίσκονταν τόσο μακριά ο ένας από τον άλλο. Αυτή είναι η βασική αιτία αστάθειας του συστήματος.

– Πιστεύετε ότι μετά τη νίκη του Μπλερ ανοίγει ο δρόμος για ένα δημοψήφισμα γύρω από το «ευρώ»;

– Ο Μπλερ δεν θα προχωρήσει σε δημοψήφισμα, παρά μόνο αν είναι σίγουρο ότι θα το κερδίσει. Εχει πάρει τα μηνύματα από τα «όχι» της Δανίας και της Ιρλανδίας επομένως θα είναι πολύ προσεκτικός. Εδώ τίθεται ένα σοβαρό πρόβλημα: Υπάρχουν δύο εντελώς διαφορετικές αντιδράσεις στο «ευρώ» και γενικότερα στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Από τη μία πλευρά, η δεξιά – εθνικιστική αντίδραση. Η Θάτσερ μισεί τους Γερμανούς, ο Χέιγκ μισεί τους ξένους, λατρεύει τη στερλίνα και τη βασίλισσα. Από την άλλη, υπάρχει η εξ αριστερών αντίδραση όσων δεν θέλουν να παραδώσουν τα κρίσιμα ζητήματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής στα χέρια μη εκλεγμένων και μη ελεγχόμενων από τους λαούς τεχνοκρατών. Αυτού του είδους την κριτική την ασπάζομαι πλήρως. Είχα την ευκαιρία να προεδρεύω του ευρωπαϊκού συμβουλίου ως υπουργός Ενέργειας επί βρετανικής προεδρίας και μπορώ να σας πω ότι, για κάποιον που έχει δει το σύστημα από τα μέσα, η εμπειρία είναι πραγματικά τρομακτική. Ουσιαστικά, αυτά τα συμβούλια νομοθετούν ερήμην των εθνικών κοινοβουλίων. Ακόμα χειρότερα, αυτό που κάναμε ήταν να λέμε «ναι» ή «όχι» σε εκείνα που είχε προαποφασίσει η Κομισιόν. Εκεί άρχιζαν και τέλειωναν οι δυνατότητες παρέμβασής μας. Αν πάμε προς αυτή την κατεύθυνση με το «ευρώ», η δημοκρατία θα καταστραφεί και όλα θα αποφασίζονται στις Βρυξέλλες και στη Φραγκφούρτη. Το δικό μου όραμα είναι μια διευρυμένη, ανοιχτή Ευρώπη, όπου τα μέλη της θα συνεργάζονται με τη συναίνεση των εθνικών κοινοβουλίων.

– Θα πάει ενωμένο στο δημοψήφισμα το Εργατικό Κόμμα;

– Κανένα από τα δύο κόμματα δεν θα πάει ενωμένο. Οι Συντηρητικοί είναι ήδηδιασπασμένοι. Και τα συνδικάτα διχάζονται γύρω από αυτό το θέμα. Πιστεύω ότι η αριστερή πτέρυγα του Εργατικού Κόμματος θα κάνει δυναμική καμπάνια εναντίον του ευρώ, παράλληλα με τη Δεξιά αλλά όχι μαζί με τη Δεξιά. Αυτό έγινε και στη Δανία και νομίζω ότι ήταν σωστό.

Η αντιπυραυλική ασπίδα αποκαλύπτει, όμως, ουσιώδη διαφωνία μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής. Οι ΗΠΑ επιθυμούν να αντιμετωπίσουν την υποτιθέμενη απειλή εναντίον του εδάφους τους, από κράτη-ταραξίες. Η Ευρώπη από τη μεριά της δεν μπορεί να ελπίζει σε τέτοια αμυντική θωράκιση. Ακόμη και αν διέθετε την τεχνολογία, η γεωγραφική της ιδιομορφία θα καταστούσε τέτοιο σύστημα άχρηστο. Η ευρωπαϊκή άμυνα εξαρτάται στην εξαγωγή σταθερότητας και ευημερίας, πέρα από τα σύνορα της Ενωσης. Οι στρατιωτικές και τεχνολογικές δυνατότητες μπορούν να λειτουργήσουν επικουρικά, χωρίς, όμως, να μπορέσουν να υποκαταστήσουν το περίπλοκο μείγμα πολιτικής, εμπορίου, οικονομικής βοήθειας και διπλωματίας, το οποίο απαιτεί πολυμερές πολιτικό πλαίσιο.