ΚΟΣΜΟΣ

Συνεταιρικό κράτος αξιώνει ο UCK

Με την ελπίδα ότι οι εν εξελίξει διαπραγματεύσεις των τεσσάρων κομμάτων του κυβερνητικού σχηματισμού (δύο σλαβομακεδονικά και δύο αλβανικά) θα καταλήξουν σε μία πολιτική λύση ζουν τις τελευταίες ημέρες οι κάτοικοι της ΠΓΔΜ. Στη συντριπτική πλειοψηφία τους, όμως, δεν κρύβουν την απαισιοδοξία τους. Ισως, γιατί αντιλαμβάνονται ότι μετά τις αιματηρές συγκρούσεις του τελευταίου καιρού τα πράγματα δεν μπορούν να ξαναγίνουν όπως ήταν πριν. Παρά το γεγονός ότι η κρίση δεν έχει ακόμα εκφυλισθεί σ’ έναν γενικευμένο κι άναρχο εθνοτικό πόλεμο, είναι ηλίου φαεινότερο ότι το ποτήρι έχει ραγίσει.

Οπως κατέστη σαφές και στις συνόδους κορυφής του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η Δύση προσπαθεί να αποφύγει την άμεση και εκτεταμένη στρατιωτική εμπλοκή της στην κρίση. Η κυβέρνηση Μπους θεωρεί ότι τα Βαλκάνια δεν είναι από γεωστρατηγικής απόψεως σημαντική περιοχή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ και ως εκ τούτου εμφανίζεται απρόθυμη να επεκτείνει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία και στην ΠΓΔΜ. Αλλά και αρκετοί Ευρωπαίοι κρίνουν ότι πληρώνουν ήδη πολλά για τη συμμετοχή τους στις ειρηνευτικές δυνάμεις, που βρίσκονται στη Βοσνία και στο Κοσσυφοπέδιο. Ο πρόεδρος Σιράκ ήταν, ίσως ο μόνος ηγέτης που υποστήριξε την ανάγκη αποστολής ΝΑΤΟϊκής δύναμης στη γειτονική μας χώρα, αλλά η θέση του δεν βρήκε ανταπόκριση.

Πιέσεις

Η κυρίαρχη άποψη στη Δύση είναι ότι τουλάχιστον προς το παρόν πρέπει να ασκηθεί ασφυκτική πίεση και στις δύο πλευρές για να καταλήξουν οι εν εξελίξει διαπραγματεύσεις σε μία πολιτική λύση. Τα μηνύματα έχουν σταλεί και είναι ιδιαιτέρως αυστηρά. Οι Σλαβομακεδόνες πιέζονται να εγκαταλείψουν την αρνητική στάση τους και να προχωρήσουν στη συνταγματική μεταρρύθμιση, που θα κατοχυρώσει την ισοτιμία των δύο κοινοτήτων. Ο UCK πιέζεται να σταματήσει τις ένοπλες επιθέσεις, να εγκαταλείψει τουλάχιστον το Αρατσίνοβο κι όταν προκύψει συμφωνία να παραδώσει τα όπλα.

Προεξοφλώντας κατά κάποιον τρόπο την επίτευξη συμφωνίας για πολιτική λύση, η Ατλαντική Συμμαχία ετοιμάζεται να στείλει στην ΠΓΔΜ ολιγάριθμη στρατιωτική δύναμη με εντολή την επιτήρηση κι όχι την επιβολή της ειρήνης. Αυτό, άλλωστε, είναι και το αίτημα του προέδρου Τραϊκόφσκι, το οποίο υπέβαλε με επιστολή του προς τον Γ.Γ. του ΝΑΤΟ λόρδο Ρόμπερτσον. Οι Σλαβομακεδόνες ζητούν την αποστολή στρατιωτικών για να επιτηρούν την κατάπαυση του πυρός και τον αφοπλισμό του UCK. Δεν επιθυμούν την εγκατάσταση ειρηνευτικής δύναμης, γιατί φοβούνται ότι θα χάσουν τον έλεγχο της κατάστασης. Δεν ξεχνούν ότι η Δύση από την αρχή τους ασκεί πιέσεις να αποφύγουν τις υπέρμετρες στρατιωτικές αντιδράσεις.

Σχέδιο

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο πολιτικός ηγέτης του UCK Αλί Αχμέτι, στο πλαίσιο του σχεδίου του για πολιτική λύση, ζήτησε με έμφαση την αποστολή ειρηνευτικής δύναμης. Οι αντάρτες γνωρίζουν άριστα ότι προκαλώντας συγκρούσεις στα σημεία που θέλουν, θα υποχρεώσουν την ειρηνευτική δύναμη να παρεμβληθεί μεταξύ των δύο αντιμαχομένων πλευρών, γεγονός το οποίο θα παγιώσει τις διαχωριστικές γραμμές. Με άλλα λόγια, θα διευκολυνθεί η ντε φάκτο δημιουργία αλβανικών θυλάκων, οι οποίοι μελλοντικά θα διεκδικήσουν καθεστώς αυτονομίας. Οι Αλβανοί επιδιώκουν να καταστήσουν τον ρου του Αξιού (κυρίως στο βόρειο τμήμα της χώρας) άτυπο σύνορο, δεδομένου ότι το ποτάμι χωρίζει τις σλαβομακεδονικές από τις αλβανικές γειτονιές και στα Σκόπια.

Στην πραγματικότητα, καμιά ειρηνευτική δύναμη δεν μπορεί να αποκαταστήσει συνθήκες ομαλούς συνύπαρξης των δύο κοινοτήτων, λόγω της οξύτατης εθνοτικής πόλωσης, που επικρατεί στη βάση της κοινωνίας. Η πολυάριθμη KFOR απέτυχε να το πράξει στο Κοσσυφοπέδιο. Πολύ περισσότερο, που στην ΠΓΔΜ η πληθυσμιακή αναλογία των δύο εθνοτήτων είναι πιο ισορροπημένη και η ανάμιξη του πληθυσμού πολύ μεγαλύτερη. Το μόνο που μπορεί να καταφέρει μία ειρηνευτική δύναμη είναι να αποτρέψει τον εκφυλισμό της κρίσης σ’ έναν γενικευμένο κι άναρχο εθνοτικό πόλεμο. Για να το καταφέρει αυτό, θα πρέπει, όμως, να παρεμβληθεί μεταξύ των αντιμαχομένων και κατ’ αυτόν τον τρόπο να παίξει το παιχνίδι του UCΚ.

Μεταρρυθμίσεις

Το χάσμα που χωρίζει Σλαβομακεδόνες και Αλβανούς στις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις δεν αφορά μόνο το μέγεθος και το ρόλο της ΝΑΤΟϊκής στρατιωτικής δύναμης. Αφορά και την έκταση των μεταρρυθμίσεων, αλλά και το μέλλον των ανταρτών. Το σχέδιο του προέδρου Τραϊκόφσκι προβλέπει μερική αμνηστία, αλλά ο UCK απαιτεί γενική και επιπλέον ένταξη των ανδρών του στο στρατό και τις δυνάμεις ασφαλείας της ΠΓΔΜ. Στην πραγματικότητα, οι Αλβανοί ζητούν συνεταιρικό κράτος σ’ όλα τα επίπεδα, αλλά οι Σλαβομακεδόνες δεν είναι διατεθειμένοι να φθάσουν μέχρι εκεί. Εχοντας ως κεντρική εθνική ιδεολογία τους τον «Μακεδονισμό», με το ζόρι συζητούν να καταργήσουν το προοίμιο του Συντάγματος, που ορίζει την ΠΓΔΜ ως εθνικό κράτος των «Μακεδόνων».

Οι στρατιωτικές επιτυχίες των ανταρτών, όμως, τους επιτρέπουν να διεκδικούν περισσότερα: τη μετατροπή του γειτονικού κράτους σε ομοσπονδία, ή τουλάχιστον την παραχώρηση καθεστώτος εκτεταμένης αυτονομίας στις βορειοδυτικές επαρχίες του, στις οποίες κυριαρχεί το αλβανικό στοιχείο. Στη Δύση επισήμως απορρίπτουν μία τέτοια λύση και στηρίζουν την οικουμενική κυβέρνηση, αλλά -τουλάχιστον προς το παρόν- δεν κάνουν τίποτα αποφασιστικό για να υποχρεώσουν τον UCK να σταματήσει την ένοπλη δράση του. Τις τελευταίες ημέρες η KFOR ενίσχυσε τα μέτρα φύλαξης της συνοριακής γραμμής ΠΓΔΜ-Κοσσυφοπεδίου, γεγονός που περιορίζει την ελευθερία κινήσεων των ανταρτών, αλλά η εξέλιξη αυτή δεν αναμένεται να επηρεάσει καθοριστικά τη μαχητική τους ικανότητα.

Τακτική

Το καταλυτικό πλεονέκτημα του UCK είναι ότι κινείται σαν το ψάρι μέσα στο νερό, με την έννοια ότι ο αλβανικός πληθυσμός τον στηρίζει και τον καλύπτει. Η στρατιωτική τακτική του είναι απλή, αλλά έξυπνη. Κινούνται κατά ομάδες και αιφνιδιάζουν. Ο τρόπος με τον οποίον κατέλαβαν την κωμόπολη Αρατσίνοβο είναι απολύτως ενδεικτικός. Εισήλθαν στην πόλη ντυμένοι πολίτες και πήραν τα όπλα τους από σπίτια, στα οποία τα είχαν αποθηκεύσει. Με ασπίδα τον άμαχο πληθυσμό ανακήρυξαν την κωμόπολη, όπως και άλλα χωριά «απελευθερωμένες περιοχές» και από εκεί απειλούν τα ίδια τα Σκόπια.

Από την άλλη πλευρά, οι σλαβομακεδονικές δυνάμεις είναι λίγες, άπειρες και με καταρρακωμένο ηθικό. Δεν είναι σε θέση να επιβάλλουν στρατιωτική λύση, όταν, μάλιστα, η οικουμενική κυβέρνηση πιέζεται και από τα αλβανικά κόμματα και από τη Δύση να μην προχωρήσει σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Η παραίτηση του αρχηγού του σλαβομακεδονικού στρατού είναι ενδεικτική του κλίματος ηττοπάθειας και της αναποτελεσματικότητας. Το αποτέλεσμα είναι ότι η κυβέρνηση ουσιαστικά έχει χάσει τον πραγματικό έλεγχο ενός σημαντικού τμήματος των βορειοδυτικών επαρχιών, γεγονός που οπωσδήποτε δημιουργεί και πολιτικό τετελεσμένο.

Η Ελλάδα

Η Αθήνα ευθυγραμμίσθηκε με την κυρίαρχη τάση στο ΝΑΤΟ, αλλά στην πραγματικότητα έχει σοβαρούς λόγους να επιθυμεί την αποστολή δύναμης στην ΠΓΔΜ με σκοπό την επιβολή της ειρήνης: Γι’ αυτό και ο Γιώργος Παπανδρέου όχι μόνο μίλησε πολύ νωρίς γι’ αυτό το ενδεχόμενο, αλλά και κατέστησε σαφές ότι η Ελλάδα θα συμμετάσχει ενεργητικά. Η εγκατάσταση στην ΠΓΔΜ μίας τέτοιας δύναμης:

– Θα σταθεροποιήσει την κατάσταση. Με τον τρόπο αυτό θα αποφευχθεί το κύμα προσφύγων προς την Ελλάδα, που θα δημιουργούσε ο εκφυλισμός της κρίσης σ’ έναν γενικευμένο κι άναρχο εθνοτικό πόλεμο.

– Θα προστατευθούν αποτελεσματικά οι σημαντικές ελληνικές επενδύσεις.

– Θα σφραγισθεί η κρίση και θα αποτραπεί το ενδεχόμενο στρατιωτικής ανάμιξης βαλκανικών χωρών, στο πλαίσιο διμερών συμφωνιών. Η Σόφια δεν κρύβει την επιθυμία της να στείλει στρατό και να ενισχύσει τα ερείσματά της, γιατί θεωρεί τους Σλαβομακεδόνες κλαδί του βουλγαρικού έθνους. Η Αθήνα, όμως, είναι αρνητική στο ενδεχόμενο αυτόνομης στρατιωτικής εμπλοκής βαλκανικών χωρών, γιατί δικαιολογημένα φοβάται ότι μία τέτοια ενέργεια θα αναβιώσει παραδοσιακούς ανταγωνισμούς και θα λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά για τις ισορροπίες της περιοχής.

Το συμπέρασμα είναι ότι τα πάντα κρίνονται στις διαπραγματεύσεις των σλαβομακεδονικών κι αλβανικών κομμάτων, που διεξάγονται υπό την ασφυκτική πίεση της δυτικής διπλωματίας, αλλά και υπό τη βαριά σκιά του UCK. Το ενδεχόμενο να προκύψει μία συμφωνία είναι πιθανό, αλλά είναι απίθανο να διαρκέσει, εάν δεν πάρει την έγκριση των ανταρτών. Και η πραγματικότητα είναι ότι οι αντάρτες έχουν θέσει ψηλά τον πήχυ των απαιτήσεών τους, γεγονός που ωθεί τα πράγματα προς την κατεύθυνση του εθνικού διαχωρισμού. Η Δύση, χωρίς να το ομολογεί, έχει αρχίσει να βλέπει μία τέτοια εξέλιξη, η οποία -ας σημειωθεί- δεν θίγει σε τίποτα τα ελληνικά συμφέροντα, γιατί η τυπική διάλυση της ΠΓΔΜ είναι εκτός ημερησίας διάταξης. Αυτό που πρωτίστως ενδιαφέρει την Αθήνα είναι η σταθεροποίηση της κατάστασης. Και στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα, ο διαχωρισμός είναι, ίσως, ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος.

Ατμόσφαιρα πολεμικής ψύχωσης

Τα μεσάνυχτα της Πέμπτης οι κάτοικοι της πόλης των Σκοπίων πετάχτηκαν έντρομοι από τα κρεβάτια τους.

Δυνατές εκρήξεις συγκλόνιζαν την πόλη και η νύχτα με διαστήματα λίγων δευτερολέπτων γινόταν μέρα. Μέσα στο σκοτάδι νόμισαν προς στιγμή ότι οι Αλβανοί παραστρατιωτικοί, υλοποιώντας τις απειλές τους, βομβαρδίζουν την πόλη των Σκοπίων από το γειτονικό Αρατσίνοβο το οποίο έχουν καταλάβει.

Μερικοί άρχισαν να ντύνονται για να φύγουν και άλλοι έτρεξαν στα υπόγεια!

Οι εκρήξεις και οι εκτυφλωτικές λάμψεις δεν προέρχονταν από τους όλμους των εξτρεμιστών αλλά από τις βροντές και τις αστραπές μιας δυνατής καταιγίδας που εκέινη την ώρα είχε ξεσπάσει στα Σκόπια.

Ομως τα νεύρα των ανθρώπων σ’ αυτή την πόλη είναι τόσο τεντωμένα που δικαιολογούν σπασμωδικές αντιδράσεις. Τόσο στα Σκόπια, όσο και σ’ ολόκληρη την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, τις τελευταίες ημέρες επικρατεί ατμόσφαιρα πολεμικής ψύχωσης, μολονότι εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι όλα κυλούν ήσυχα. Η αίσθηση ότι η εμφύλια σύγκρουση έρχεται ως αναπόφευκτη συνέπεια της αδυναμίας εξεύρεσης πολιτικής λύσης έχει παραλύσει την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα. Οι άνθρωποι δεν κάνουν μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς γιατί δεν ξέρουν τι θα συμβεί την επομένη.

Στις αρχές της εβδομάδας έσπευδαν κατά κύματα στις τράπεζες να αποσύρουν τις καταθέσεις τους ή να αγοράσουν γερμανικά μάρκα και σχημάτιζαν ουρές στα πρατήρια υγρών καυσίμων, ώστε να έιναι έτοιμοι να φύγουν μόλις χρειαστεί. Η ελληνική πρεσβεία χορηγεί περισσότερες από χίλιες βίζες την ημέρα, από τις περίπου διακόσιες που έδινε πριν φουντώσει η κρίση, ενώ η ροή προσφύγων προς το Κόσοβο συνεχίζεται. Οι αγορές του πληθυσμού περιορίζονται στα είδη πρώτης ανάγκης, που για την ώρα υπάρχουν σε αφθονία, όμως οι τιμές λόγω της μεγάλης ζήτησης ανεβαίνουν καθημερινά στα ύψη και φαινόμενα αισχροκέρδειας έκαναν την εμφάνισή τους.

Ο εθνικός ιστός έχει διαρραγεί πλήρως και ο διχασμός μεταξύ Αλβανών και Σλαβομακεδόνων είναι γεγονός.

Μια ιδιότυπη «ειρηνική» εθνική εκκαθάριση βρίσεται σε εξέλιξη και από τις δύο πλευρές, διευκολύνοντας μελλοντικά σχέδια και σενάρια για ανταλλαγές πληθυσμών και διχοτομήσεις. Οι Αλβανοί διώχνουν τους Σλαβομακεδόνες από τα μικτά χωριά που καταλαμβάνουν και ανακηρύσσουν σε «ελεύθερες ζώνες», ενώ το αντίστροφο συμβαίνει σε περιοχές, όπως επί παραδείγματι στο Μοναστήρι, όπου το σλαβικό στοιχείο υπερτερεί. Οταν πριν από δύο εβδομάδες κατελήφθη η κωμόπολη Αρατσίνοβο, που απέχει μόλις δεκαπέντε χιλιόμετρα από την πόλη των Σκοπίων, οι Αλβανοί έδιωξαν από τα σπίτια τους τους Σλαβομακεδόνες. «Δεν θα αφήσουμε ούτε έναν Αλβανό στο χωριό αν γυρίσουμε πίσω», είπε ένας από αυτούς.

Η κατάληψη του Αρατσίνοβο από τους παραστρατιωτικούς Αλβανούς και οι απειλές ότι θα βομβαρδίσουν κυβερνητικά κτίρια και άλλους στόχους στην πόλη των Σκοπίων, έχει προκαλέσει πανικό στους κατοίκους και ιδιαίτερα εκείνων των συνοικιών που βρίσκονται σε κοντινότερα σημεία. Τρέμουν στην ιδέα ότι βρίσκονται σε βεληνεκές των όλμων των εξτρεμιστών.

Ενας Σλαβομακεδόνας υπάλληλος της KFOR, που το σπίτι του είναι στη συνοικία Τσέντο, δύο μόλις χιλιόμετρα από το Αρατσίνοβο, λέει ότι έφυγε και πήγε σε συγγενείς του στο Κουμάνοβο!

Οι Αλβανοί στις πόλεις και τα χωριά απομακρύνουν τα γυναικόπαιδα και τους υπερήλικες, που φεύγουν προς το Κόσοβο ή άλλες περιοχές οι οποίες θεωρούνται λιγότερο επικίνδυνες και ταυτόχρονα οργανώνονται για να πολεμήσουν αν οδηγηθούν εκεί τα πράγματα. Υπολογίζεται ότι περισσότεροι από σαράντα χιλιάδες έχουν καταφύγει στο Κόσοβο και καθημερινά περνούν τα σύνορα δύο με τρεις χιλιάδες. Οσοι δεν θέλουν ή δεν μπορούν να φύγουν ζουν με τον φόβο της ενδεχόμενης αιματοχυσίας. «Ο κόσμος τρέμει από τον φόβο, κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να γίνει, παρά μόνο ο θεός», μας λέει ο Αλί, ιδιοκτήτης μανάβικου στο μικτό χωριό Σαράι, κοντά στα Σκόπια. «Δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα μεταξύ μας, αλλά αν ξεσπάσει γενικευμένος πόλεμος ίσως υπάρξουν δυναμικές αντιδράσεις από τις δύο πλευρές και στο χωριό μας. Μακάρι όμως να μη συμβεί κάτι τέτοιο», προσθέτει. Στο Σίσεβο, ένα χωριό πλησίον του φράγματος Μάτκα, απ’ όπου υδροδοτείται η πόλη των Σκοπίων και θεωρείται στόχος των Αλβανών παραστρατιωτικών, οι Αλβανοί και οι Σλαβομακεδόνες είναι μοιρασμένοι.

Στην απογραφή καταμετρήθηκαν εκατόν είκοσι εφτά σλαβομακεδονικά σπίτια και εκατόν εβδομήντα αλβανικά.

Στη σλαβομακεδονική συνοικία ένας άντρας γύρω στα πενήντα μας λέει ότι στον αλβανικό μαχαλά λίγο παραπάνω είναι ακροβολισμένοι άντρες του «Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού», υποδεικνύοντάς μας μάλιστα τον χώρο γύρω από το τζαμί και κοντά στην ορθόδοξη εκκλησία, ως οχυρό τους. Δεν υπήρχε ψυχή εκεί, όταν έπειτα από λίγα λεπτά φτάσαμε. «Η αστυνομία μας απαγόρευσε να κυκλοφορούμε μετά τις δέκα το βράδυ, με τον ισχυρισμό ότι μπορεί να κυκλοφορούν ένοπλοι αναμέσά μας», λέει ο Τζελάλ Σαντίκ, που ζει στη συνοικία αυτή.

Στη μακεδονική τηλεόραση μάλιστα είπαν ότι στη συνοικία μας οι αντάρτες έχουν φτιάξει και οχυρωματικά έργα, ελάτε όμως να διαπιστώσετε τι ακριβώς είναι αυτά τα περίφημα ορύγματα», προσθέτει και μας δείχνει κάποιες τρύπες βάθους δύο μέτρων που είχε διανοίξει η κρατική εταιρεία ηλεκτροδότησης για να τοποθετήσει κολώνες!

Το σλαβομακεδονικό στοιχείο προετοιμάζεται και αυτό για πόλεμο. Η αστυνομία επανδρώνεται με «εφέδρους», που είναι συνήθως άνδρες άνω των πενήντα χρόνων στους οποίους δίνεται ένα Καλάσνικοφ και στέλνονται για φρούρηση πιθανών στόχων. Ενας τέτοιος αστυνομικός, κοντά στα εξήντα, ήταν ο μοναδικός φρουρός στο φράγμα Μάτκα, από το οποίο υδροδοτείται η πόλη των Σκοπίων, και σύμφωνα με τις Αρχές αποτελεί στόχο των εξτρεμιστών.

Είναι αμφίβολο αν έβλεπε να σκοπεύσει σε απόσταση διακοσίων μέτρων, αλλά, όπως μας είπε «ίσως να μην μπορώ να σκοπεύσω καλά, θα ρίξω όμως μια ριπή για να ειδοποιήσω τους άλλους να σπεύσουν!».

Στο Σίσεβο, οι Σλαβομακεδόνες κάτοικοι διατάχθηκαν να ενταχθούν στην αστυνομία εάν αντιληφθούν ότι στο χωριό τους πλησιάζουν «μπαλίστες», όπως αποκαλούν τους Αλβανούς αντάρτες, από το εθνικιστικό αλβανικό κίνημα «Μπαλί Κομπετάρ» στην κατοχή, ενώ στο Μοναστήρι αλλά και σε άλλες πόλεις και χωριά εμφανίστηκαν νέοι στα αστυνομικά τμήματα, ζητώντας όπλα για να πολεμήσουν τους Αλβανούς.

Ο πληθυσμός παρακολουθεί με αγωνία τις εξελίξεις και κάθε φορά που φτάνει στα Σκόπια ο Χαβιέ Σολάνα ή κάποιος άλλος Δυτικός αξιωματούχος φουντώνουν οι ελπίδες για αποφυγή της σύγκρουσης. Ομως το μίσος είναι βαθύ και έχει ποτίσει πλέον τις δύο εθνότητες, σε σημείο που δύσκολα μπορεί να πιστέψει κανείς ότι μια πολιτική ομοφωνία των ηγεσών θα επιτρέψει την αρμονική συμβίωσή τους μελλοντικά. Αυτό το έχουν συνειδητοποιήσει οι απλοί άνθρωποι και προετοιμάζονται για το χειρότερο.